Σύμφωνα με το Global Terrorism Index 2025, η παγκόσμια τρομοκρατία έχει γίνει πιο συγκεντρωμένη και θανατηφόρα. Ο αριθμός των χωρών που καταγράφουν τρομοκρατική επίθεση αυξήθηκε από 58 σε 66, σύμφωνα με τον 12ο ετήσιο Δείκτη Παγκόσμιας Τρομοκρατίας (GTI). Στις 14 Δεκεμβρίου 2025, σημειώθηκε μαζική ένοπλη επίθεση κατά τη διάρκεια εορτασμού της εβραϊκής κοινότητας στην παραλία Bodi του Σίδνεϊ, Αυστραλίας. Η επίθεση, που περιγράφεται ως η χειρότερη τρομοκρατική πράξη σε αυστραλιανό έδαφος, σκότωσε 15 άτομα και τραυμάτισε περίπου 40 άλλα. Οι αρχές αναγνώρισαν τους υπόπτους ως πατέρα και γιο εμπνευσμένους από το Ισλαμικό Κράτος (IS). Στις 22 Ιουνίου 2025, ένας βομβιστής αυτοκτονίας επιτέθηκε σε εκκλησία στη Δαμασκό κατά τη διάρκεια της λειτουργίας, σκοτώνοντας 31 άτομα και τραυματίζοντας 54. Ενώ, στη Νέα Ορλεάνη (ΗΠΑ), την 1η Ιανουαρίου 2025, ένας άνδρας εμπνευσμένος από το ISIS οδήγησε ένα φορτηγό πάνω σε πεζούς, σκοτώνοντας 14 και τραυματίζοντας 57. Αυτό το άρθρο θα αναφερθεί στις τρέχουσες τρομοκρατικές οργανώσεις, τους σκοπούς τους και θα αναλύσει το ρόλο του Ισλάμ στα αυξημένα ποσοστά τρομοκρατίας στις μέρες μας.
Πάμε να δούμε τις τρέχουσες τρομοκρατικές οργανώσεις και τους σκοπούς τους:
1. Αλ Κάιντα (AQ):
Μια παγκόσμια τρομοκρατική ομάδα με διάφορες θυγατρικές που συνεχίζει να αποτελεί απειλή από το 1988, με ανώτερα μέλη να διαμένουν στο Ιράν. Η Αλ Κάιντα οργανώθηκε από τον Οσάμα Μπιν Λάντεν το 1988 με Άραβες που πολέμησαν στο Αφγανιστάν κατά των κατοχικών στρατιωτικών δυνάμεων της τώρα διαλυμένης Σοβιετικής Ένωσης. Η Αλ Κάιντα προσπαθεί να εξαλείψει τη Δυτική επιρροή από τον Ισλαμικό Κόσμο, να διαλύσει τις κυβερνήσεις “αποστάτες” από τις Ισλαμικές χώρες και να εγκαθιδρύσει ένα πανισλαμικό καλιφάτο διακυβερνώμενο από τη δική του ερμηνεία του Νόμου της Σαρία.
Σήμερα, κεντρική ηγεσία της Αλ Κάιντα θεωρείται αδύναμη και έχει χάσει δεκάδες πράκτορες σε αντιτρομοκρατικές προσπάθειες αλλά συνεχίζει να στρατολογεί, να σχεδιάζει, να εμπνέει και να διεξάγει επιθέσεις. Τα διάφορα παρακλάδια της οργάνωσης λειτουργούν σε μεγάλο βαθμό ανεξάρτητα, προσαρμόζοντας την ατζέντα τους σε τοπικά ζητήματα για να επεκτείνουν τον έλεγχό τους. Αυτό τους έχει επιτρέψει να επεκτείνουν την επιρροή τους σε μεγάλες περιοχές της Αφρικής (Σαχέλ, Ανατολική Αφρική) και της Συρίας.
2. Χαμάς:
Η Χαμάς (αραβικό ακρωνύμιο για το «Ισλαμικό Κίνημα Αντίστασης») είναι μια παλαιστινιακή σουνιτική ισλαμιστική οργάνωση με πολιτική και στρατιωτική δράση. Η Χαμάς σχηματίστηκε από τον παλαιστινιακό κλάδο της Μουσουλμανικής Αδελφότητας και χρησιμοποιεί τόσο βίαια όσο και πολιτικά μέσα για να επιδιώξει τον στόχο της εγκαθίδρυσης ενός ισλαμικού παλαιστινιακού κράτους στο Ισραήλ. Ελέγχει τη Λωρίδα της Γάζας από το 2007. Έχει χαρακτηριστεί ως τρομοκρατική οργάνωση από την Ευρωπαϊκή Ένωση, το Ισραήλ, της Η.Π.Α, Ηνωμένο Βασίλειο, Αυστραλία, Ιαπωνία. Καναδά και άλλες χώρες.
Η Χαμάς ιδρύθηκε κυρίως από τον Παλαιστίνιο κληρικό και ιμάμη Σεΐχη Αχμέτ Γιασίν. Ο Γιασίν ίδρυσε το κίνημα τον Δεκέμβριο του 1987, στην αρχή της Πρώτης Ιντιφάντας, της εξέγερση των Παλαιστινίων ενάντια στην κατοχή της Δυτικής Όχθης και της Γάζας από το Ισραήλ, ως απότοκο του παλαιστινιακού παρακλαδιού της Μουσουλμανικής Αδελφότητας. Θεωρείτο πνευματικός ηγέτης της Χαμάς μέχρι τη δολοφονία του από το Ισραήλ το 2004.
Τον Οκτώβριο του 2025, η Χαμάς και το Ισραήλ συμφώνησαν στην πρώτη φάση ενός ειρηνευτικού σχεδίου 20 σημείων που πρότεινε ο Αμερικανός Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ. Στο πλαίσιο αυτής της συμφωνίας, η Χαμάς δέχθηκε να παραδώσει τη διοίκηση της Λωρίδας της Γάζας σε ένα ανεξάρτητο σώμα Παλαιστινίων τεχνοκρατών, αν και παραμένουν διαφωνίες για τον αφοπλισμό της.
3. Χεζμπολά:
Η Χεζμπολάχή Χεζμπολά (αραβικά: حزب الله, κυριολεκτικά: «Κόμμα του Θεού (Αλλάχ)») είναι σιιτική παραστρατιωτική και πολιτικη οργάνωση με βάση τον Λίβανο που συστάθηκε πρωταρχικά για να αντιμετωπίσει το Ισραήλ το 1982. Στηρίζεται οικονομικά από το Ιράν, ενώ πολιτική στήριξη παρέχει και η Συρία.
Η Χεζμπολά χτυπήθηκε πρόσφατα από το Ισραήλ και είναι στο επίκεντρο του πολέμου. Μετά την έναρξη του πολέμου Ισραήλ-Χαμάς τον Οκτώβριο του 2023, η Χεζμπολάχ ξεκίνησε ανταλλαγές πυρών κατά μήκος των συνόρων Λιβάνου-Ισραήλ σε ένδειξη αλληλεγγύης προς τη Χαμάς. Μια συμφωνία κατάπαυσης του πυρός τέθηκε σε ισχύ τον Νοέμβριο του 2024, η οποία απαιτούσε τη Χεζμπολάχ να αποσυρθεί βόρεια του ποταμού Λιτάνι και να αφοπλιστεί. Παρά τη συμφωνία, η ένταση παραμένει υψηλή. Το Ισραήλ συνεχίζει να πραγματοποιεί τακτικά αεροπορικά πλήγματα κατά υποδομών της Χεζμπολάχ στον νότιο Λίβανο και την Κοιλάδα Μπεκάα, κατηγορώντας την οργάνωση ότι προσπαθεί να ανασυγκροτήσει τις δυνατότητές της.
4. Ισλαμικό Κράτος (IS or ISIS):
Το Ισλαμικό Κράτος είναι μία ομάδα που επικεντρώνεται στην εγκαθίδρυση ενός Παγκόσμιου Χαλιφάτου (από την αραβική λέξη αλ χαλίφα, που σημαίνει «διάδοχος» ή «υπηρέτης του Θεού»), όπου ο ηγέτης, ο χαλίφης, θα θεωρείται τόσο θρησκευτικός όσο και πολιτικός ηγέτης ολόκληρης της μουσουλμανικής κοινότητας (Ούμμα). Το IS και υπήρξε η πιο θανατηφόρα ομάδα το 2024. Δραστηριοποιείται σε χώρες όπως η Συρία και η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό. Είναι γνωστή για την ακραία βία, την αυστηρή επιβολή του Νόμου της Σαρία. Αυτή η ριζοσπαστική Σαλαφιστική-Τζιχαντιστική τρομοκρατική ομάδα κάποτε έλεγχε μεγάλα εδάφη στο Ιράκ και τη Συρία, ανακηρύσσοντας ένα παγκόσμιο χαλιφάτο το 2014, αλλά έχασε το μεγαλύτερο μέρος της γης μέχρι το 2019.
5. Ασμπάτ αλ-Ανσάρ (AAA):
Η Asbat al-Ansar (αραβικά: عصبة الأنصار, «Ένωση των Παρτιζάνων») είναι μια σουνιτική ισλαμιστική εξτρεμιστική ομάδα με έδρα τον Λίβανο. Αποτελείται από Παλαιστίνιους και έχει δεσμούς και πίστη στην Αλ Κάιντα, συμπεριλαμβανομένης της παροχής μαχητών και οικονομικής βοήθειας. Η ομάδα έχει εμπλακεί σε βίαιες ενέργειες για την επίτευξη πολιτικών σκοπών. Χαρακτηρίστηκε τρομοκρατική οργάνωση το 2002 τα Ηνωμένα Έθνη, τις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ηνωμένο Βασίλειο, τον Καναδά και αρκετές άλλες χώρες. Η ΑΑΑ έχει τη βάση της στο παλαιστινιακό στρατόπεδο προσφύγων Ain al-Hilweh κοντά στη Σιδώνα του Λιβάνου, με περισσότερα από 290 ένοπλα μέλη. Η ακολουθεί μια ακραία, σαλαφιστική ερμηνεία του Ισλάμ (ένα συντηρητικό, μεταρρυθμιστικό κίνημα εντός του Σουνιτικού Ισλάμ και τις τζιχαντιστικές αρχές). Οι κύριοι στόχοι της περιλαμβάνουν την ανατροπή της λιβανέζικης κυβέρνησης και την εγκαθίδρυση ενός ριζοσπαστικού ισλαμικού κράτους στον Λίβανο με βάση τον Νόμο της Σαρία. Είναι σθεναρά αντίθετη στις αντιληπτές αντιισλαμικές, φιλοδυτικές, χριστιανικές και σιιτικές επιρροές στη χώρα.
Η συχνότητα των μεγάλων τρομοκρατικών επιθέσεων που ενορχηστρώνονται άμεσα από την Asbat al-Ansar έχει μειωθεί τα τελευταία χρόνια, αλλά τα βασικά μέλη παραμένουν ενεργά και διατηρούν την πρόθεση και την ικανότητα να πραγματοποιήσουν μελλοντικές επιθέσεις εάν προκύψει η ευκαιρία.Η στενή της σχέση με παγκόσμια τζιχαντιστικά δίκτυα σημαίνει ότι μπορεί ενδεχομένως να αντλήσει εξωτερικούς πόρους για μελλοντικές δραστηριότητες.
6. Ομάδα Αμπού Σαγιάφ (ASG):
Η Ομάδα Αμπού Σαγιάφ (ASG) (από τα αραβικά, “Κομιστές του Ξίφους”) είναι μια βίαιη, ισλαμιστική εξτρεμιστική οργάνωση με έδρα τις νότιες Φιλιππίνες. Η ASG αποσχίστηκε από το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο Μόρο (MNLF) στις αρχές της δεκαετίας του 1990 και είναι μια από τις πιο βίαιες τρομοκρατικές ομάδες στις Φιλιππίνες. Ο αρχικός της στόχος ήταν η δημιουργία ενός ανεξάρτητου ισλαμικού κράτους που θα διέπεται από τον Νόμο της Σαρία στο δυτικό Μιντανάο και το Αρχιπέλαγος Σούλου των Φιλιππίνων. Ιδεολογικά, επηρεάστηκε από την Αλ Κάιντα, με την οποία διατηρούσε ιστορικούς δεσμούς. Η ASG έχει χαρακτηριστεί ως ξένη τρομοκρατική οργάνωση από τα Ηνωμένα Έθνη, τις Ηνωμένες Πολιτείες και πολλές άλλες χώρες, μετά από βομβιστικές επιθέσεις, δολοφονίες και επιθέσεις εκβιασμού.
Πιο πρόσφατα, στοιχεία της ομάδας έχουν δημιουργήσει δεσμούς με την περιφερειακή θυγατρική του Ισλαμικού Κράτους στις Φιλιππίνες – ISIS Philippines.
7. Λασκάρ-ε-Τάιμπα (LeT):
Η Λασκάρ-ε-Τάιμπα (LeT) (από τα αραβικά, σημαίνει «Στρατός των Καθαρών») είναι μια ισλαμιστική μαχητική οργάνωση με έδρα το Πακιστάν και θεωρείται ευρέως ως μια από τις πιο επικίνδυνες τρομοκρατικές ομάδες στη Νότια Ασία. Η πιο διαβόητη επίθεση της οργάνωσης ήταν η συντονισμένη σειρά επιθέσεων διάρκειας 60 ωρών στη Βομβάη (Μουμπάι) τον Νοέμβριο του 2008, κατά την οποία σκοτώθηκαν 166 άνθρωποι. Η LeT ιδρύθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1980 από τον Χαφίζ Μουχάμαντ Σαΐντ και άλλους, αρχικά με την υποστήριξη της Πακιστανικής υπηρεσίας πληροφοριών (ISI) για να πολεμήσει στο Αφγανιστάν. Έχει χαρακτηριστεί ως τρομοκρατική οργάνωση από τα Ηνωμένα Έθνη, τις ΗΠΑ, την Ινδία, το Ηνωμένο Βασίλειο, τον Καναδά και άλλες χώρες. Η LeT ακολουθεί μια σαλαφιστική-τζιχαντιστική ιδεολογία και ο βασικός της στόχος είναι η ενσωμάτωση ολόκληρου του Τζαμού και Κασμίρ στο Πακιστάν, καθώς και η εγκαθίδρυση ισλαμικής κυριαρχίας στην ευρύτερη περιοχή. Ιστορικά διατηρούσε δεσμούς με την Αλ Κάιντα και τον Οσάμα Μπιν Λάντεν.
Παρά τις απαγορεύσεις της Πακιστανικής κυβέρνησης και τη διεθνή πίεση, η οργάνωση παραμένει λειτουργική, με τους ηγέτες της (όπως ο Χαφίζ Μουχάμαντ Σαΐντ και ο Ζάκι-ουρ Ρεχμάν Λάχβι) να έχουν συλληφθεί περιστασιακά, αλλά συχνά να αφήνονται ελεύθεροι λόγω έλλειψης αποδεικτικών στοιχείων.
8. Μπόκο Χαράμ
Η Μπόκο Χαράμ είναι μια βίαιη, τζιχαντιστική τρομοκρατική οργάνωση με βάση τη βορειοανατολική Νιγηρία, η οποία δραστηριοποιείται επίσης στις γειτονικές χώρες Τσαντ, Νίγηρα και Καμερούν. Η επίσημη ονομασία της στα αραβικά σημαίνει «Ομάδα του Λαού της Σούννα για τη Διάδοση της Διδασκαλίας και της Τζιχάντ». Η ομάδα ακολουθεί μια ακραία, αυστηρή ερμηνεία του Σουνιτικού Ισλάμ (Ουαχαμπισμός) και επιδιώκει να ανατρέψει την εκάστοτε κυβέρνηση της Νιγηρίας και να εγκαθιδρύσει ένα ισλαμικό κράτος βασισμένο στη Σαρία (Ισλαμικός νόμος). Θεωρεί ότι οποιαδήποτε πολιτική ή κοινωνική δραστηριότητα συνδέεται με τη Δύση είναι «χαράμ» (απαγορευμένη). Η Μπόκο Χαράμ είναι διαβόητη για την ακραία βία της, η οποία περιλαμβάνει μαζικές δολοφονίες, βομβιστικές επιθέσεις, απαγωγές (όπως η παγκοσμίως γνωστή απαγωγή 276 μαθητριών από το Τσιμπόκ το 2014), βιασμούς και διώξεις χιλιάδων ανθρώπων, στοχεύοντας αμάχους, χριστιανούς, σουνίτες μουσουλμάνους που δεν τους υποστηρίζουν, καθώς και δυνάμεις ασφαλείας. Το 2015, η Μπόκο Χαράμ ορκίστηκε πίστη στο Ισλαμικό Κράτος (ISIS) και μετονομάστηκε σε Ισλαμικό Κράτος Επαρχίας Δυτικής Αφρικής (ISWAP).
Παρά τις στρατιωτικές επιχειρήσεις και τους ισχυρισμούς της νιγηριανής κυβέρνησης για επιτυχίες, η Μπόκο Χαράμ και το ISWAP παραμένουν ενεργές απειλές. Το 2025, υπήρξαν αναφορές για αναζωπύρωση των επιθέσεων, με εκατοντάδες νεκρούς, γεγονός που δείχνει ότι η απειλή στην περιοχή παραμένει σημαντική. Η σύγκρουση έχει σκοτώσει τουλάχιστον 40.000 ανθρώπους και έχει εκτοπίσει εκατομμύρια από τα σπίτια τους από το 2009.
Τι κοινό έχουν οι παραπάνω τρομοκρατικές οργανώσεις που είναι ενεργές σήμερα; Είναι όλοι φανατικοί μουσουλμάνοι και ο σκοπός τους είναι να επικρατήσει η φιλοσοφία του Ισλάμ, να διάδωσουν το κυρύγμα του προφήτη Μωάμεθ. Γιατί όμως αυτή η θρησκεία προκαλεί τόσο φανατισμό; Πολλά ακαδημαϊκά περιοδικά συζητούν εκτενώς τη σύνδεση μεταξύ Ισλάμ και τρομοκρατίας, με την έρευνα να τονίζει τη διάκριση μεταξύ της ίδιας της θρησκείας και των πολιτικών ιδεολογιών και των παραγόντων που ενδέχεται να οδηγούν στη βία.
Πως το Κοράνι ενθραρρύνει τη Βία και την Τρομοκρατία;
Πρώτα απ’ όλα, το Κοράνι θεωρείται ο αυθεντικός λόγος του Θεού (Αλλάχ) που αποκαλύφθηκε στον Προφήτη Μωάμεθ μέσω του αρχαγγέλου Γαβριήλ (Τζιμπρίλ). Ο Προφήτης Μωάμεθ ηγήθηκε περίπου 27 στρατιωτικών αποστολών (γνωστών ως γκάζβατ), από ένα σύνολο περίπου 80-100 στρατιωτικών εμπλοκών που έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια της ζωής του, με συνολικό αριθμός θυμάτων να εκτιμάται σε περίπου 1.000 έως 1.600 άτομα. Μια ευρέως αναφερόμενη εκτίμηση του μελετητή Maulana Wahiduddin Khan υποδηλώνει συνολικά 1.018 θανάτους σε όλες τις 80 στρατιωτικές εμπλοκές: 259 Μουσουλμάνοι και 759 μη Μουσουλμάνοι. Ο Μωάμεθ και οι ακόλουθοι του, σαν μειονότητα τότε διώχθηκαν από την Μέκκα λόγω των θρησκευτικών πεποιθήσεων τους και με τις μάχες κατάφεραν να γίνουν η κυρίαρχη δύναμη στη Μεδίνα και πέρα από αυτήν. Ο Προφήτης Μωάμεθ ήταν σκληρός απέναντι σε εκείνους που δεν υποτάσσονταν σ’άυτον. Για παράδειγμα, μετά τη Μάχη της Τάφρου (627 μ.Χ.), κατηγορήθηκαν για προδοσία και ως αντίποινα, όλοι οι ενήλικες άνδρες της φυλής (περίπου 600-900 άτομα) εκτελέστηκαν, ενώ τα γυναικόπαιδα υποδουλώθηκαν, υπό διαταγές του Μωάμεθ.
Ο προφήτης Μωάμεθ ήταν ένας πολέμιος με αμφιλεγόμενες πρακτικές. Οι ερευνητές διαφωνούν για τις προθέσεις του και το τρόπο που λειτουργούσε. Οι επιδρομές του προφήτη Μωάμεθ, που πιθανώς περιλάμβαναν την κατάληψη της περιουσίας μιας φυλής και τη δολοφονία για τον σκοπό αυτό, ήταν ηθικά ουδέτερες, ακόμη και τιμητικές στην προϊσλαμική Αραβία. Ο Hayward (2023) επιμένει ότι το πάθος των Μουσουλμάνων για λάφυρα ήταν αδιαμφισβήτητο και δεν θεωρήθηκε με κανέναν τρόπο ανήθικο. Όπως λέει, «ο Μωάμεθ επέλεξε πολύ ορθολογικά τις επιδρομές – οι οποίες σίγουρα δεν ήταν τότε κατανοητές ως ανήθικες – ως μέσο προώθησης στόχων επειδή έφερναν σημαντικά οφέλη, συμμορφώνονταν με τους κανόνες του έβδομου αιώνα και εκπλήρωναν με χρήσιμο τρόπο διάφορες κοινωνικές προσδοκίες». Πως ένας άνθρωπος που δεν ήταν «άγιος» να λατρεύεται τόσο πολύ από τους Μουσουλμάνους, απορώ εγώ;
Το κοράνι δεν επιτρέπει την κριτική σκέψη, ούτε συγχωράει την αμφισβήτηση. Η αμφισβήτηση, η ειρωνεία ή η προσβολή προς το πρόσωπο του Μωάμεθ θεωρείται βλασφημία. Στο κλασικό ισλαμικό δίκαιο, η πράξη αυτή μπορεί να χαρακτηριστεί ως «αποστασία» (Riddah). Το Κοράνι αναφέρει ότι όσοι «ενοχλούν τον Προφήτη» θα έχουν οδυνηρή τιμωρία (9:61). Σε χώρες όπως το Πακιστάν, η Σαουδική Αραβία ή το Ιράν, η βλασφημία κατά του Προφήτη αποτελεί ποινικό αδίκημα που μπορεί να επιφέρει από φυλάκιση έως και τη θανατική ποινή. Για παράδειγμα, στο Πακιστάν, ο Ποινικός Κώδικας (άρθρα 295 έως 298) προβλέπει ποινές για προσβολή θρησκευτικών συναισθημάτων. Ειδικότερα, το άρθρο 295-C καθιστά υποχρεωτική τη θανατική ποινή για την προσβολή του Προφήτη Μωάμεθ. Με πηγή το World Report (2025), τον Ιανουάριο του 2025, δικαστήριο στο Ραουαλπίντι καταδίκασε 4 άνδρες σε θάνατο και ισόβια κάθειρξη για διαμοιρασμό «βλάσφημου περιεχομένου» μέσω WhatsApp και μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Εδώ αποδεικνύεται πως το κοράνι προκαλεί βιαιότητα, όχι μόνο από τους φανατικούς μουσουλμάνους αλλά και από τις ισλαμικές κυβερνήσεις. Σε πολλές Ισλαμικες Χώρες το κοράνι είναι υπεράνω της ισότητας και της δημακρατιας. Οι χώρες που θέτουν ρητά τον ισλαμικό νόμο (Σαρία) ως τον υπέρτατο νόμο της χώρας πάνω από άλλες μορφές διακυβέρνησης, όπως η δημοκρατία, συνήθως περιλαμβάνουν το Ιράν, τη Σαουδική Αραβία και το Αφγανιστάν.
Επίσης, ο όρος Κισάς ( Qiṣāṣ: σημαίνει «ανταπόδοση» ή «ίση τιμωρία») που βασίζεται σε εδάφια του Κορανίου (Σούρα 2:178, 5:45), ορίζει ότι η τιμωρία πρέπει να είναι ανάλογη με το έγκλημα: «ελεύθερος για ελεύθερο, δούλος για δούλο, γυναίκα για γυναίκα» και «μάτι για μάτι, μύτη για μύτη, δόντι για δόντι». Εδώ βλέπουμε πως το κοράνι προωθεί την εκδίκηση και όχι την συνγχώρεση του εχθρού, όπως σε άλλες πιο γαλήνιες θρησκείες. Στον Νόμο της Σαρία, όπου υπάγεται το Κισάς και οι τρομοκράτες ασπάζονται, όλες οι τιμωρίες επιβάλλονται δημόσια, όπως λιθοβολισμός, μαστίγωση και ακόμα και θανατική ποινή. Σε κράτη όπως η Σαουδική Αραβία, το Ιράν, Αφγαγιστάν και το Πακιστάν, το Κισάς αποτελεί μέρος του επίσημου ποινικού κώδικα. Το 2025, έχουν καταγραφεί περιπτώσεις στο Ιράν, όπου η εκτέλεση της ποινής σταμάτησε την τελευταία στιγμή στην αγχόνη, επειδή η οικογένεια του θύματος επέλεξε τη συγχώρεση ή τη Ντίγια (Diyya:«χρήματα αίματος») δηλαδή οικονομική αποζημίωση.
Οι εξτρεμιστές στρατολόγοι/τρομοκράτες συχνά εκμεταλλεύονται άτομα που έχουν χάσει τα πολιτικά τους δικαιώματα, υπόσχοντας τους δόξα και ουράνιες ανταμοιβές μαρτυρίου (istishhad) ως έναν τρόπο να δώσουν νόημα στην ύπαρξη τους. Η λέξη Ιστισχάντ (αραβικά: استشهاد) σημαίνει «μαρτύριο» ή «ηρωικός θάνατος» στο παραδοσιακό Ισλάμ, προερχόμενη από τη ρίζα «να μαρτυράς» και παραδοσιακά κατέχει μια σεβαστή θέση. Το να πεθαίνεις «στο δρόμο του Θεού» (Αλλάχ) θεωρείται ως επίτευξη μαρτυρίου (shaheed), πιστέυεται πως συγχωρούνται οι αμαρτίες και έχουν σίγουρη θέση στο παράδεισο. Όμως στα σύγχρονα εξτρεμιστικά πλαίσια, επαναπροσδιορίζεται ως στρατιωτική τακτική για «επιχειρήσεις μαρτυρίου», που συχνά περιλαμβάνουν επιθέσεις αυτοκτονίας με μαζικούς σκοτωμούς, δίνοντας έμφαση στη θυσία για ιδεολογική νίκη.
Ο όρος "Τζιχάντ" και η σχέση του με την τρομοκρατία
Ένα καθοριστικό χαρακτηριστικό των Ισλαμιστών είναι ότι ασπάζονται την έννοια του «jihad». Η κατανόηση της έννοιας του τζιχάντ είναι ζωτικής σημασίας για την κατανόηση της ιδεολογικής νομιμοποίησης του πολιτικού Ισλάμ. Η λέξη Τζιχάντ (αραβικά: جِهَاد) σημαίνει κυριολεκτικά «αγώνας» ή «προσπάθεια» και στο Ισλάμ αναφέρεται στην προσπάθεια του πιστού να ακολουθήσει τον δρόμο του Θεού. ‘Οπως έχει σημειώσει ο Utvik (1993), οι Ισλαμιστές τείνουν να «ασπάζονται» τη νεωτερικότητα (τεχνολογικές εξελίξεις, βιομηχανοποίηση κ.λπ.) αλλά να απορρίπτουν τον μοντερνισμό και την συνακόλουθη ισχυρή πίστη του στην επιστήμη και τη λογική. Η έννοια «Τζιχάντ» έχει μια σύνθετη και αμφιλεγόμενη ιστορία (εμφανής στο Κοράνι και το Χαντίθ), η οποία αντικατοπτρίζει ότι ερμηνεύτηκε σύμφωνα με τις μεταβαλλόμενες κοινωνικοπολιτικές συνθήκες (Euben 2002: σελ. 21). Γι’αυτό έννοια του όρου είναι ασαφή. Παρ ‘όλα αυτά, υπάρχει μια τάση να γίνεται η τζιχάντ συνώνυμη με τον ένοπλο αγώνα («ιερό πόλεμο»). Αυτό έχει οδηγήσει στο να γίνει ίσως ο πιο χρησιμοποιούμενος και καταχρηστικός όρος στο λεξιλόγιο του πολιτικού Ισλάμ (βλ., Knudsen 2002a: σελ. 12).
Στη θεολογία και την ισλαμική παράδοση, το Τζιχάντ διακρίνεται σε δύο βασικές μορφές:
- Το Μεγάλο Τζιχάντ (Al-Jihad al-Akbar), ο εσωτερικός πνευματικός αγώνας του πιστού ενάντια στους προσωπικους πειρασμούς, με σκοπό την ηθική αυτοβελτίωση και την υπακοή στο θέλημα του Αλλάχ,
- Το Μικρό Τζιχάντ (Al-Jihad al-Asghar), ο εξωτερικός αγώνας που μπορεί να λάβει διάφορες μορφές: «Τζιχάντ της γλώσσας/γραφίδας» – την διάδοση του Ισλάμ και η υπεράσπιση της πίστης μέσω του λόγου, της πειθούς ή της συγγραφής, και «Τζιχάντ του ξίφους» (ένοπλο)- την ένοπλη μάχη που επιτρέπεται αποκλειστικά για αυτοάμυνα της μουσουλμανικής κοινότητας (Ummah) ή για την καταπολέμηση της καταπίεσης και της αδικίας.
Οι τρομοκράτες χρησιμοποιούν την ερμηνεία «Τζιχάντ του ξίφους» για να δικαιολογούν τις αποτρόπαιες πράξεις τους. Γι’ άυτο άλλωστε ο όρος «τζιχαντιστές» χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει τα μέλη των ακραίων ισλαμιστικών κινημάτων που πρεσβεύουν τον «τζιχαντισμό». Την μια ένοπλη ιδεολογία που επιδιώκει την επιβολή του ισλαμικού νόμου (Σαρία) και την ίδρυση ενός παγκόσμιου Χαλιφάτου μέσω της βίας. Σε αντίθεση με την παραδοσιακή θρησκευτική έννοια του τζιχάντ (που σημαίνει πνευματικός αγώνας), οι τζιχαντιστές χρησιμοποιούν τον όρο αποκλειστικά για να δικαιολογήσουν ένοπλες επιθέσεις εναντίον «απίστων» αλλά και μουσουλμάνων που θεωρούνται αποστάτες. Έτσι, ο όρος χρησιμοποιείται πλέον συχνά ως συμβατική συντομογραφία όχι μόνο για την ισλαμική αναβίωση στη Μέση Ανατολή (θεωρούμενη «τζιχαντιστική αντίδραση»), αλλά και για την υποτιθέμενη απειλή που αντιπροσωπεύει για τις δυτικές δημοκρατίες στην αναζήτηση του Ισλάμ για παγκόσμια ηγεμονία («παγκόσμια τζιχάντ»).
Όπως συμπεράνουμε από τα παραπάνω, το κοράνι παρερμηνεύεται και χρησιμοποιείται ως όπλο από τους φανατικούς μουσουλμάνους, παρά ως ένα παράδειγμα για προσωπική ανάπτυξη, όπως Ιερά Βιβλία άλλων θρησκειών. Oι ισλαμιστικές πολιτικές θεολογίες συνδέονται με αυξημένα επίπεδα τρομοκρατίας, ενώ οι πολιτικές θεολογίες που βασίζονται στη θρησκευτική ελευθερία συνδέονται με μειωμένη τρομοκρατική δραστηριότητα (Nilay, 2025). Αν και το κοράνι εμπεριέχει διδακτικές όπως την φιλανθρωπία, την αγάπη και πίστη στο θεσμό της οικογένειας, δυστυχώς η εξρεμιστική λατρεία προς στον πολέμιο προφήτη Μωάμεθ, ενθραρρύνει την βία, το φανατισμό και την αδικία.
Πηγές:
- Journal: Political Islam in the Middle East by Are Knudsen (2003), Michelsen Institute Development Studies and Human Rights: https://www.cmi.no/publications/file/1548-political-islam-in-the-middle-east.pdf
- Journal: Islam, State, and Terrorism: A Quantitative Analysis (2025), Saiya Nilay, Terrorism and Political Violence: https://www.tandfonline.com/doi/full/10.1080/09546553.2025.2544652
Global Terrorism Index 2025: www.reliefweb.int
- The Warrior Prophet: Muhammad and War, (2023), JOEL HAYWARDSWANSEA: CLARITAS BOOKS