Κάποιοι λένε πως ζούμε σε μια κοινωνία ανθρώπων. Κάνουν λάθος. Ζούμε σε μια κοινωνία ρόλων και ο άνθρωπος, όποτε τον ψάχνεις πίσω από τον ρόλο, λείπει.

Η μαριονέτα έχει ένα χάρισμα που ζηλεύει κάθε άνθρωπος: δεν ξέρει ότι την κινούν. Χορεύει με τη βεβαιότητα πως ο χορός είναι δικός της. Το χέρι πάνω, τα νήματα, ο τεχνίτης πίσω από το πανί —όλα αυτά μένουν αόρατα, κι έτσι η κίνηση μοιάζει ελευθερία. Εμείς δεν έχουμε αυτή την παρηγοριά της άγνοιας. Ξέρουμε πως κάτι μας τραβά τα νήματα, κι όμως συνεχίζουμε να χορεύουμε σαν να μην ξέρουμε. Αυτό δεν είναι αθωότητα. Είναι συνενοχή.

Το νήμα που μας κινεί έχει ένα όνομα: φιλοδοξία. Όχι η φιλοδοξία που χτίζει, που δημιουργεί, που αφήνει κάτι πίσω της όταν φύγει το φως. Μιλάω για την άλλη- αυτή που δεν θέλει να είναι, θέλει να φαίνεται. Που δεν ρωτάει “τι έχτισα” αλλά “ποιος με είδε να το χτίζω”. Ένα εγώ που δεν τρέφεται από το έργο του, μόνο από το βλέμμα του άλλου πάνω του — κι όταν το βλέμμα λείπει, πεινάει, ανησυχεί, ψάχνει την επόμενη σκηνή.

Έτσι γεμίζει ο κόσμος με φιγούρες. Η φιγούρα είναι πιο εύκολη από τον άνθρωπο: δεν αμφιβάλλει, δεν ντρέπεται, δεν σιωπά ποτέ χωρίς λόγο. Στέκεται πάντα στη σωστή γωνία φωτός. Έχει εκφράσεις έτοιμες για κάθε περίσταση, σαν μάσκες σε γάντζο, και τις αλλάζει τόσο γρήγορα που ξεχνά ποια ήταν η πρώτη. Ίσως δεν υπήρξε ποτέ πρώτη. Ίσως η φιγούρα να ξεκίνησε κατευθείαν από τη δεύτερη μάσκα, επειδή η πρώτη — το πρόσωπο από κάτω  δεν είχε τίποτα αρκετά εντυπωσιακό να δείξει.

Το παράδοξο είναι σκληρό: όσο πιο δυνατά διψάει κανείς να τον δουν, τόσο λιγότερο μένει για να δει κανείς. Η προβολή δεν γεμίζει το κενό· το διαφημίζει. Φωτίζει ακριβώς το σημείο όπου δεν υπάρχει τίποτα, με τόση ένταση που για λίγο μοιάζει σαν να υπάρχει.

Και όμως κάπου, πίσω από κάθε μαριονέτα, στέκεται ένας άνθρωπος που κάποτε δεν είχε ρόλο. Πριν μάθει να ποζάρει, ήξερε να στέκεται απλά. Πριν μάθει να φαίνεται, ήξερε να είναι, χωρίς κοινό, χωρίς χειροκρότημα, χωρίς ανάγκη επιβεβαίωσης. Αυτός ο άνθρωπος δεν χάθηκε. Κρύβεται πίσω από το πανί, περιμένοντας μια στιγμή σιωπής αρκετά μεγάλη ώστε να τολμήσει να βγει χωρίς μάσκα.

Η ερώτηση δεν είναι ποιος κρατά τα νήματα. Είναι αν θα τολμήσουμε ποτέ να τα κόψουμε και να μάθουμε ξανά να στεκόμαστε όρθιοι χωρίς κανέναν να μας κρατά.