Υπάρχει ένας παλιός, σχεδόν γραφικός μύθος γύρω από τον δημιουργό: ένας μοναχικός ασκητής, κλεισμένος σε ένα δωμάτιο με τσιγάρα και καφέ, που υποφέρει στις συμπληγάδες των λέξεων για να γεννήσει την τέλεια φράση, υπηρετώντας αποκλειστικά τοτέμ της Λογοτεχνίας. Έπειτα, υπάρχει και η πραγματικότητα: η αγωνιώδης αναμονή για την αποδοχή, το κρυφό τσεκάρισμα των πωλήσεων, το κυνήγι της θετικής κριτικής και η γλυκιά, ναρκωτική ουσία που λέγεται αναγνώριση. Στο μεταίχμιο αυτών των δύο κόσμων, γεννιέται το αιώνιο, αμίλητο ερώτημα που πλανάται πάνω από κάθε γραφείο και κάθε τυπογραφείο: πόσοι γράφουν τελικά για να υπηρετήσουν την τέχνη και πόσοι για να ξεδιψάσουν το εγώ τους;

Ας είμαστε ειλικρινείς, η ίδια η πράξη της γραφής εμπεριέχει ένα σπέρμα ύψιστου εγωκεντρισμού. Το να κάθεσαι απομονωμένος, να αποτυπώνεις τις σκέψεις σου στο χαρτί και στη συνέχεια να απαιτείς από τον κόσμο να αφιερώσει ώρες από τη ζωή του για να τις διαβάσει, αποτελεί μια πράξη βαθιάς πίστης στον εαυτό σου. Με έναν τρόπο, ο συγγραφέας δηλώνει πως ό,τι συμβαίνει μέσα στο κεφάλι του είναι τόσο σημαντικό, ώστε αξίζει να τυπωθεί και να μείνει στο διηνεκές.

Υπάρχουν, προφανώς, εκείνοι που προσεγγίζουν τη λογοτεχνία ως μια ιερή ανάγκη επικοινωνίας, ως μια απέλπιδα προσπάθεια να χαρτογραφήσουν την ανθρώπινη κατάσταση και να δώσουν φωνή στα ανείπωτα. Αυτοί οι δημιουργοί γράφουν επειδή απλώς δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς, καθώς η σιωπή τούς είναι ανυπόφορη. Η λέξη γι’ αυτούς δεν είναι στολίδι, αλλά εργαλείο ανατομίας. Αν τους διαβεβαίωνε κανείς πως το έργο τους θα κυκλοφορούσε σε απόλυτη ανωνυμία και δεν θα μάθαινε ποτέ κανείς το όνομά τους, εκείνοι θα συνέχιζαν να γράφουν με την ίδια ακριβώς θέρμη, διότι η λύτρωση βρίσκεται στην ίδια τη γέννηση του κειμένου και όχι στον έπαινο που την ακολουθεί.

Στην αντίπερα όχθη, το εγώ στέκεται ως ο πιο παραγωγικός, αλλά και ο πιο επικίνδυνος μάνατζερ. Πολλοί άνθρωποι καταφεύγουν στη γραφή για να υπάρξουν, επειδή η πραγματικότητα τούς στενεύει ή επειδή αποζητούν απεγνωσμένα το χειροκρότημα. Το εγώ ζητάει επιβεβαίωση, διψάει για το όνομα στο εξώφυλλο και επαναπαύεται στην αύρα της ταμπέλας του διανοούμενου. Το πρόβλημα δεν είναι η ίδια η ύπαρξη της ματαιοδοξίας, καθώς το εγώ αποτελεί συχνά το απαραίτητο καύσιμο για να αντέξει κανείς τη μοναξιά της λευκής σελίδας και την ψυχρή απόρριψη. Η πραγματική παγίδα στήνεται όταν το εγώ καταπίνει τη λογοτεχνία. Όταν το κείμενο παύει να υπηρετεί την ιστορία και αρχίζει να υπηρετεί την ανάγκη του συγγραφέα να φανεί έξυπνος, βαθυστόχαστος ή πρωτοποριακός, τότε η τέχνη υποχωρεί και τη θέση της παίρνει μια φλύαρη, εγωκεντρική αυτοπροσωπογραφία.

Στην πραγματικότητα, η μεγάλη λογοτεχνία γεννιέται μέσα από μια ιδιότυπη, δημιουργική σχιζοφρένεια. Ο συγγραφέας του εγώ ψάχνει τον έπαινο, ερωτεύεται τις λέξεις του και γράφει με γνώμονα το πώς θα φανεί ο ίδιος. Ο συγγραφέας της τέχνης ψάχνει την αλήθεια της φράσης, δεν διστάζει να πετσοκόψει τα ίδια του τα γραφόμενα κατά τη διάρκεια της διόρθωσης αν αυτά δεν προσφέρουν στην ιστορία, και δημιουργεί με μοναδικό σκοπό το πώς θα νιώσει ο αναγνώστης. Οι σπουδαιότερες σελίδες της παγκόσμιας λογοτεχνίας γράφτηκαν μάλλον κάπου στο ενδιάμεσο. Χρειάζεται το θράσος του εγώ για να ξεκινήσεις να γράφεις, αλλά απαιτείται η ταπεινότητα της τέχνης για να ξέρεις πότε πρέπει να κλειδώσεις αυτό το εγώ έξω από το δωμάτιο.

Ίσως, τελικά, η ακριβής αναλογία να μην έχει τόσο μεγάλη σημασία. Ακόμα και από το πιο πεινασμένο, ματαιόδοξο εγώ, αν υπάρχει αυθεντικό ταλέντο και σεβασμός στην πρώτη ύλη, μπορεί να γεννηθεί ένα αριστούργημα που θα μείνει ζωντανό στους αιώνες. Σε αυτή την παράξενη μάχη, το εγώ του δημιουργού μπορεί να βρίσκει προσωρινά το νερό που ζητάει για να ξεδιψάσει, αλλά στο τέλος της ημέρας, η λογοτεχνία είναι εκείνη που παραμένει κερδισμένη, αιώνια και ανέγγιχτη.