Το κίνημα του Μεξικανικού Μουραλισμού ή της Μεξικάνικης Τοιχογραφίας γνώρισε τη μεγαλύτερη ακμή του από τη δεκαετία του 1920 έως τη δεκαετία του 1950, περίοδο που συνέπεσε με τον μετασχηματισμό της χώρας από μια κοινωνία κυρίως αγροτική και με υψηλά ποσοστά αναλφαβητισμού σε μια εκβιομηχανισμένη κοινωνία. Ξεκίνησε ως μια μορφή δημόσιας τέχνης χρηματοδοτούμενης από την κυβέρνηση με σκοπό τον εκσυγχρονισμό της χώρας. Οι καλλιτέχνες δημιουργούσαν τοιχογραφίες μεγάλης κλίμακας σε δημόσια κτίρια. Αν και σήμερα οι τοιχογραφίες θεωρούνται σύμβολα της μεξικανικής ταυτότητας, την εποχή εκείνη προκαλούσαν αντιδράσεις, ιδίως όσες έφεραν σοσιαλιστικά μηνύματα και κοσμούσαν αποικιακά κτίρια αιώνων.
Η Μεξικάνικη Επανάσταση (1910–1920) επρόκειτο για εμφύλιο πόλεμο, στον οποίο ηγήθηκαν διάφορες παρατάξεις με χαρισματικούς αρχηγούς, όπως οι Francisco Madero, Venustiano Carranza, Pancho Villa και Emiliano Zapata, οι οποίοι είχαν όλοι πολύ συγκεκριμένες πολιτικές και κοινωνικές ατζέντες. Μετά την Επανάσταση, η κυβέρνηση ανέλαβε το δύσκολο έργο να μετατρέψει ένα διχασμένο Μεξικό, αποτελούμενο από τις κοινωνικές ομάδες τους: maderistas, carrancistas, villistas, zapatistas κι άλλους, σε ένα ενιαίο έθνος Μεξικανών. Για να το επιτύχει αυτό, χρειαζόταν να δημιουργήσει μια επίσημη ιστορία του Μεξικού, στην οποία οι πολίτες θα αναγνώριζαν τον εαυτό τους, καθώς και ένα μέσο ικανό να τη διαδώσει σε έναν πληθυσμό που ήταν κατά κύριο λόγο φτωχός και αναλφάβητος. Εδώ έρχεται στο προσκήνιο ο μεξικανικός μουραλισμός.
Η δημιουργία τοιχογραφιών ξεκίνησε υπό τη Γραμματεία Δημόσιας Εκπαίδευσης, με επικεφαλής τον υπουργό José Vasconcelos (Χοσέ Βασκονσέλος). Στο πλαίσιο των προσπαθειών του να ενισχύσει το αίσθημα του εθνικισμού και να προωθήσει τη συμμετοχή των μαζών σε πολιτικές και κοινωνικές ιδεολογίες, ο Βασκονσέλος συνέλαβε την ιδέα ενός κρατικά υποστηριζόμενου προγράμματος δημιουργίας τοιχογραφιών. Επέλεξε τους καλλιτέχνες, αλλά τους έδωσε μεγάλη αυτονομία όσον αφορά το ύφος και το θέμα. Η θητεία του ως υπουργός ήταν σύντομη, αλλά καθόρισε την πορεία εξέλιξης του κινήματος της τοιχογραφίας.
Ανάμεσα σε πλήθος Μεξικανών καλλιτεχνών, τρεις αναδείχθηκαν ως οι πιο αφοσιωμένοι, αναγνωρισμένοι και παραγωγικοί εκπρόσωποι του κινήματος, σε τέτοιο βαθμό που καθιερώθηκε να αποκαλούνται «los tres grandes» («οι τρεις μεγάλοι»): ο José Clemente Orozco (1883–1949), ο Diego Rivera (1886–1957) και ο David Alfaro Siqueiros (1896–1974). Ο καθένας τους διέθετε διαφορετική προσωπικότητα, ιδεολογία, τεχνοτροπία και πεδίο επιρροής, και μια ολοκληρωμένη επισκόπηση του μεξικανικού μουραλισμού μπορεί να παρουσιαστεί μέσα από το έργο τους. Και οι τρεις όμως συνδυάζαν την τέχνη με την πολιτική, την κοινωνική κριτική, και δήλωναν ανοιχτά κομμουνιστές.



του Jose Clemente Orozco
Εκτός από τον σοσιαλισμό, μεγάλο μέρος της παραγωγής τοιχογραφιών εξυμνούσε τον «ινδιχενίσμο» (indigenismo), έναν πολυσύνθετο πολιτικό, κοινωνικό και καλλιτεχνικό κίνημα της Λατινικής Αμερικής, το οποίο έθετε στο επίκεντρο την προστασία, την ένταξη και την αναγνώριση των αυτόχθονων (ιθαγενών) πληθυσμών στο σύγχρονο έθνος-κράτος. Η θεματολογία αυτή ενσωματώθηκε με το σκεπτικό της επανεξέτασης της ιστορίας της χώρας από μια διαφορετική οπτική γωνία. Μια άλλη κοινή θέση των περισσότερων τοιχογράφων ήταν η απόρριψη της ιδέας ότι η τέχνη προοριζόταν αποκλειστικά για την ελίτ, υποστηρίζοντας αντ’ αυτού ότι αποτελούσε όφελος για τις λαϊκές μάζες.
Το 1922, οι τοιχογράφοι ίδρυσαν την Ένωση Επαναστατών Τεχνικών Εργαζομένων, Ζωγράφων και Γλυπτών του Μεξικού. Στη συνέχεια, η Ένωση δημοσίευσε ένα μανιφέστο στο οποίο καθόριζε την εκπαίδευση, την τέχνη κοινής ωφέλειας και την ομορφιά για όλους ως τους κοινωνικούς στόχους των μελλοντικών καλλιτεχνικών τους εγχειρημάτων.
Τεχνικές των Μεξικάνικων Τοιχογραφίων
Οι τεχνικές που χρησιμοποιήθηκαν για τη δημιουργία αυτών των τοιχογραφιών περιλάμβαναν επίσης την αναβίωση παλαιών μεθόδων, όπως η νωπογραφία (fresco), δηλαδή η ζωγραφική σε φρεσκοσοβατισμένους τοίχους και ζωγραφική με θερμό κερί. Άλλοι καλλιτέχνες χρησιμοποίησαν ψηφιδωτά, κεραμικά υψηλής θερμοκρασίας ψησίματος, καθώς και μεταλλικά στοιχεία και στρώσεις τσιμέντου. Ο πιο καινοτόμος από τους καλλιτέχνες ήταν ο Siqueiros, ο οποίος χρησιμοποίησε υλικά όπως το πυροξένιο (ένα εμπορικό σμάλτο), το Duco (χρώμα που χρησιμοποιούνταν στη βαφή αυτοκινήτων), ρητίνες, αμίαντο και εξαρτήματα παλαιών μηχανημάτων, ενώ υπήρξε ένας από τους πρώτους που χρησιμοποίησαν αερογράφο για καλλιτεχνικούς σκοπούς. Εφάρμοζε το χρώμα χύνοντάς το, ψεκάζοντάς το, αφήνοντάς το να στάξει ή εκτινάσσοντάς το, προκειμένου να επιτύχει τα οπτικά αποτελέσματα που προέκυπταν από αυτές τις αυθόρμητες κινήσεις.
Το Μουσείο Vivo del Muralismo, στην Πόλη του Μεξικό είναι αποκλειστικά αφιερωμένο στο Κίνημα του Μεξικάνικου Μουραλισμού.
