Υπάρχει μια στιγμή, κάπου στις αρχές Σεπτεμβρίου, που ο αέρας αλλάζει χωρίς να το καταλαβαίνουμε. Δεν είναι ακόμα κρύο· είναι απλώς μια υπόσχεση κρύου, ένα ψιθύρισμα που περνά ανάμεσα από τα φύλλα προτού αυτά αποφασίσουν να πέσουν. Και τότε, σχεδόν ενστικτωδώς, κάτι μέσα μας αρχίζει να μετρά ξανά τον χρόνο από την αρχή.
Έχουμε μάθει να το λέμε «νέος χρόνος» μόνο τον Ιανουάριο. Όμως όσοι πέρασαν χρόνια σε σχολικές αυλές —είτε ως μαθητές είτε ως γονείς, είτε απλώς ως άνθρωποι που θυμούνται— ξέρουν καλά πως η πραγματική πρωτοχρονιά της ψυχής έρχεται νωρίτερα. Έρχεται με τα καινούρια τετράδια, με τη μυρωδιά του φρεσκοξυσμένου μολυβιού, με εκείνη την ανεξήγητη αίσθηση πως κάτι τελειώνει για να μπορέσει κάτι άλλο να ξεκινήσει.
Η ζωή, αν την παρατηρήσει κανείς προσεκτικά, δεν προχωρά γραμμικά. Προχωρά σε κύκλους, σε μικρές πρωτοχρονιές που δεν γιορτάζουμε με βεγγαλικά αλλά με πιο σιωπηλούς τρόπους: ένα νέο βιβλίο που ανοίγουμε, μια απόφαση που παίρνουμε μετά από καιρό δισταγμού, ένα «τέλος» που τολμάμε επιτέλους να ονομάσουμε έτσι για να επιτρέψουμε σε κάτι νέο να πάρει τη θέση του.
Το φθινόπωρο διδάσκει ακριβώς αυτό. Τα δέντρα δεν ντρέπονται να αφήσουν τα φύλλα τους να πέσουν. Δεν τα κρατούν σφιχτά από φόβο μήπως μείνουν γυμνά. Ξέρουν —με μια σοφία που εμείς οι άνθρωποι δυσκολευόμαστε να κατακτήσουμε— ότι το άδειασμα είναι προϋπόθεση για την επόμενη άνθιση. Πως δεν μπορεί να έρθει η άνοιξη αν δεν προηγηθεί η γενναιότητα του να αφήνεις.
Πόσες φορές δεν έχουμε πει «θα το ξεκινήσω του χρόνου»; Πόσες φορές δεν έχουμε αναβάλει μια αλλαγή περιμένοντας την «τέλεια στιγμή», λες και η ζωή μάς χρωστάει μια εισαγωγική τελετή προτού μας επιτρέψει να γίνουμε αυτό που θέλουμε να γίνουμε;
Το φθινόπωρο δεν περιμένει την τελειότητα. Έρχεται όπως έρχεται, με τη βροχή του και τον άνεμό του και μας υπενθυμίζει πως η αρχή δεν χρειάζεται να είναι λαμπερή για να είναι αληθινή. Χρειάζεται μόνο ειλικρίνεια. Το να κοιτάξουμε τι αφήσαμε πίσω, να το τιμήσουμε για ό,τι μας δίδαξε, και μετά να προχωρήσουμε, όχι επειδή ξεχάσαμε, αλλά επειδή επιλέξαμε να συνεχίσουμε.
Ξαναγράφω τον εαυτό μου δεν σημαίνει διαγράφω. Σημαίνει προσθέτω ένα καινούριο κεφάλαιο σε μια ιστορία που ήδη έχει αξία. Σημαίνει αναγνωρίζω πως ο άνθρωπος που ήμουν πέρσι τον Σεπτέμβριο δεν είναι υποχρεωμένος να είναι ο ίδιος άνθρωπος φέτος. Πως το δικαίωμα στην αλλαγή δεν έχει ηλικιακό όριο, ούτε χρειάζεται δικαιολογία.
Ίσως γι’ αυτό το φθινόπωρο μάς μιλά τόσο βαθιά, γιατί δεν είναι ιδέα, είναι εμπειρία σωματική, αισθητή. Το φως αλλάζει γωνία. Οι σκιές μακραίνουν με άλλον τρόπο. Και μέσα σε αυτή τη διαφορετική ποιότητα του φωτός, βρίσκουμε συχνά τη διαύγεια που το καλοκαίρι, με την υπερβολή του, μας είχε στερήσει.
Η γη δεν αγωνιά για το αν είναι έτοιμη να αδειάσει. Το κάνει με χάρη, σχεδόν με ανακούφιση, γνωρίζοντας πως ο χειμώνας που έρχεται δεν είναι τέλος αλλά ξεκούραση και πως πίσω από κάθε ξεκούραση κρύβεται ήδη το σχέδιο μιας άνοιξης.
Αν, λοιπόν, φέτος ο Σεπτέμβρης σε βρίσκει σε ένα σταυροδρόμι — μιας απόφασης, μιας αλλαγής, ενός νέου ξεκινήματος που τόσο καιρό ανέβαλες — ίσως αυτό δεν είναι σύμπτωση. Ίσως είναι απλώς η φύση που σου θυμίζει αυτό που ήδη ήξερες, πως δεν χρειάζεται να περιμένεις τον Ιανουάριο για να ξαναρχίσεις. Η δεύτερη αρχή έρχεται όποτε τολμήσεις να την ονομάσεις έτσι.
Και το φθινόπωρο, κάθε χρόνο, μας δίνει την πρώτη ευκαιρία.