Ως γονέας δύο παιδιών, παρατηρώ καθημερινά κάτι που με προβληματίζει βαθιά. Στη σημερινή κοινωνία υπάρχει ένα έντονο ζήτημα σεβασμού στις οικογενειακές και εκπαιδευτικές σχέσεις, και αυτό αντικατοπτρίζεται ξεκάθαρα στη συμπεριφορά των παιδιών. Πολλά παιδιά σήμερα δυσκολεύονται να δείξουν σεβασμό προς τον δάσκαλο, τον καθηγητή, τον προπονητή ή οποιονδήποτε άνθρωπο έχει τον ρόλο του εκπαιδευτή ή του καθοδηγητή στη ζωή τους. Και το ερώτημα είναι εύλογο:
Γιατί συμβαίνει αυτό; Η απάντηση, όσο δύσκολη κι αν είναι, ξεκινά από εμάς τους ίδιους τους γονείς. Ζούμε σε μια εποχή όπου οι περισσότεροι από εμάς είμαστε μορφωμένοι, έχουμε πρόσβαση σε πληροφορία και συχνά πιστεύουμε ότι «τα ξέρουμε όλα». Γνωρίζουμε – ή νομίζουμε ότι γνωρίζουμε – τι συμβαίνει μέσα στην τάξη, στο φροντιστήριο, στο γήπεδο. Κρίνουμε τον δάσκαλο, τον καθηγητή, τον γιατρό, τον προπονητή. Αμφισβητούμε τον ρόλο και την επαγγελματική τους επάρκεια, πολλές φορές μπροστά στα ίδια μας τα παιδιά.
Και εδώ έρχεται ο καθρέφτης. Όταν εμείς μιλάμε απαξιωτικά για τον εκπαιδευτικό, όταν ακυρώνουμε τον ρόλο του, όταν δείχνουμε έλλειψη σεβασμού, τι περιμένουμε να κάνουν τα παιδιά μας; Πώς να μάθουν να ακούν, να σέβονται, να συνεργάζονται, όταν το πρότυπο που έχουν μπροστά τους τους δείχνει το αντίθετο; Τα παιδιά δεν ακούν τόσο πολύ αυτά που λέμε. Μιμούνται αυτά που κάνουμε. Αν εμείς δεν σεβόμαστε, δεν μπορούν να μάθουν τον σεβασμό. Αν εμείς ακυρώνουμε, θα ακυρώσουν. Αν εμείς φωνάζουμε, θα φωνάξουν.
Ένα ακόμη έντονο παράδειγμα είναι τα γήπεδα. Εκεί όπου τα παιδιά πηγαίνουν για να χαρούν το παιχνίδι, να κοινωνικοποιηθούν, να μάθουν συνεργασία και ομαδικότητα, βλέπουμε συχνά γονείς – και δυστυχώς πολλές φορές μητέρες – να φωνάζουν από τις κερκίδες, να τσακώνονται με γονείς της αντίπαλης ομάδας, να μεταφέρουν ένταση και θυμό. Και αναρωτιέμαι: Πότε χάσαμε την ουσία; Το παιδί παίζει ποδόσφαιρο για να περνά καλά. Όχι για να κουβαλά τα απωθημένα μας. Όχι για να ζήσει τα όνειρα που εμείς δεν πραγματοποιήσαμε. Όχι για να νιώθει ότι η αξία του κρίνεται από τη νίκη ή την ήττα. Όταν δημιουργούμε υπερβολικό ανταγωνισμό, όταν φορτώνουμε τα παιδιά με προσδοκίες που δεν τους ανήκουν, τους στερούμε τη χαρά. Και μαζί με αυτήν, τους στερούμε την ελευθερία να είναι απλώς παιδιά. Η ευθύνη μας ως γονείς είναι τεράστια. Όχι να τα κάνουμε τέλεια. Αλλά να στεκόμαστε συνειδητά.
Να αναρωτιόμαστε:
- Τι καθρεφτίζω στο παιδί μου με τη συμπεριφορά μου;
- Τι μαθαίνει από τον τρόπο που μιλάω;
- Ποιο παράδειγμα δίνω στις σχέσεις;
Γιατί, στο τέλος της ημέρας, η οικογένεια είναι ο πρώτος καθρέφτης.
Και ό,τι βλέπουν εκεί μέσα, αυτό θα βγάλουν προς τα έξω. Ίσως το πιο δύσκολο σημείο είναι αυτό:
μέχρι να συνειδητοποιήσουμε το κακό που – άθελά μας – κάνουμε στα παιδιά μας, μπορεί να είναι ήδη αργά.
Τα παιδιά δεν μεγαλώνουν με τις συμβουλές μας. Μεγαλώνουν με το παράδειγμά μας. Δείξε στο παιδί σου τη συμπεριφορά που θα ήθελες να έχει και το ίδιο.
Τον σεβασμό, τον τρόπο που μιλάς, τη στάση σου απέναντι στους άλλους, τη διαχείριση του θυμού, την αποδοχή, τη συνεργασία.
Το παιδί σου σε μιμείται. Σε παρατηρεί. Σε απορροφά. Και το πιο ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι αν κάνεις το καλύτερο που μπορείς.
Είναι αυτό: Είσαι πραγματικά ευχαριστημένος με αυτό που του δείχνεις;
Γιατί πριν ζητήσουμε από τα παιδιά να αλλάξουν, χρειάζεται πρώτα να κοιτάξουμε τον καθρέφτη.
Και να αποφασίσουμε τι άνθρωπο θέλουμε να αντικρίσουν εκεί μέσα.
Και το λέω αυτό όχι ως ειδικός, αλλά ως γονέας που καθημερινά κάνει κι ο ίδιος λάθη και προσπαθεί να τα δει!