Μια από τις πιο δύσκολες τέχνες, το animation (σχεδιοκίνηση ή κινούμενα σχέδια) είναι η τεχνική κατά την οποία διαδοχικές, στατικές εικόνες παίζονται γρήγορα στη σειρά για να δημιουργήσουν την ψευδαίσθηση της κίνησης. Συντομογραφία του “animation”, ο όρος “anime” αναφέρεται συγκεκριμένα στα ιαπωνικά κινούμένα σχέδια. Στις αρχές του 20ού αιώνα, η Ιαπωνία ανέπτυξε το πρώτο anime (άνιμε) και από τότε, η μορφή έχει παίξει βασικό ρόλο στην ιαπωνική ποπ κουλτούρα. Από τη μόδα μέχρι τα βιντεοπαιχνίδια και την ίδια τη γλώσσα, τα άνιμε έχει επηρεάσει σημαντικά την ιαπωνική κοινωνία. Ένα άνιμε χαρακτηρίζεται από ζωντανά χρώματα, δυναμικά σχέδια χαρακτήρων και λεπτομερή σκηνικά. Διαφορετικό από τα δυτικά κινούμενα σχέδια (animation), δίνει έμφαση στα «εφέ κάμερας» όπως το panning και τα βαθιά ατμοσφαιρικά φόντα σε συνεχή κίνηση, συχνά με εμβληματικά, υπερβολικά χαρακτηριστικά όπως μεγάλα, συναισθηματικά μάτια. Σήμερα, οι εικόνες των άνιμε δημιουργούνται από υπολογιστή (CGI) που χρησιμεύουν για την παραγωγή περίπλοκων και δυναμικών οπτικών εφέ, εκτός από τις συμβατικές μεθόδους κινουμένων σχεδίων.Τα άνιμε συνήθως αποτελούν την κινούμενη προσαρμογή σε τηλεοπτική σειρά ή ταινία των ιαπωνικών κόμικ, τα λεγόμενα manga.
Ιστορία των Άνιμε
Η ιστορία των άνιμε μπορεί να ανιχνευθεί στις αρχές του 20ού αιώνα, με την Ιαπωνία να παράγει τις πρώτες ταινίες κινουμένων σχεδίων το 1910, με τεχνικές χειροποίητης ζωγραφικής. Χρησιμοποίησαν τεχνικές cutout animation (κομμένα χάρτινα μέρη), ζωγραφική με κιμωλία σε μαυροπίνακα και χειροποίητα σκίτσα καρέ-καρέ σε διαφάνειες, τα οποία βιντεοσκοπούσαν για να πετύχουν την κίνηση. Οι δημιουργοί βασίστηκαν σε ιαπωνικές παραδοσιακές τέχνες, όπως το ukiyo-e και τις παραστάσεις utsushi-e, συνδυάζοντάς τες με τεχνικές κινουμένων σχεδίων από τη Δύση. Το πρώτο άνιμε που παρήχθη στην Ιαπωνία και έχει διασωθεί μέχρι σήμερα, το The Dull Sword, που κυκλοφόρησε στις 30 Ιουνίου 1917.
Οι πρώτες ταινίες μικρού μήκους άνιμε έγιναν από τρεις κορυφαίες προσωπικότητες του κλάδου. Πρώτος, ο Ōten Shimokawa που ήταν πολιτικός καρικατουρίστας και σκιτσογράφος και εργαζόταν για το περιοδικό Tokyo Puck. Προσλήφθηκε από τον Tenkatsu για να τους κάνει ένα animation. Για ιατρικούς λόγους, μπόρεσε να κάνει μόνο πέντε ταινίες, συμπεριλαμβανομένης της ταινίας «Imokawa Mukuzo Genkanban no Maki» (1917). Ο Jun’ichi Kōuchi, καρικατουρίστας και ζωγράφος με 15 ταινίες στο βιογραφικό του. Ο τρίτος ήταν ο Seitaro Kitayama, ένας πρώιμος animator που έφτιαχνε κινούμενα σχέδια μόνος του που ίδρυσε το δικό του στούντιο animation, το Kitayama Eiga Seisakujo, το οποίο αργότερα έκλεισε λόγω έλλειψης εμπορικής επιτυχίας. Χρησιμοποίησε την τεχνική του μαυροπίνακα.
Τη δεκαετία του 1930, η ιαπωνική κυβέρνηση άρχισε να επιβάλλει τον πολιτιστικό εθνικισμό. Αυτό οδήγησε επίσης σε αυστηρή λογοκρισία και έλεγχο των έντυπων μέσων ενημέρωσης. Πολλοί animators παροτρύνθηκαν να παράγουν κινούμενα σχέδια που ενίσχυαν το ιαπωνικό πνεύμα και την εθνική τους ταυτότητα. Ορισμένες ταινίες προβλήθηκαν σε κινηματογράφους επικαίρων, ειδικά μετά την προώθηση του Νόμου περί Κινηματογράφου του 1939 σε ντοκιμαντέρ και άλλων εκπαιδευτικών ταινιών. Αυτή η υποστήριξη βοήθησε στην τόνωση της βιομηχανίας, καθώς μεγαλύτερες εταιρείες, όπως στούντιο Shochik, σχηματίστηκαν μέσω συγχωνεύσεων Στο Shochiku παρήχθησαν αριστουργήματα όπως το Kumo to Tulip (1943) του Kenzō Masaoka.
Κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, περισσότερες ταινίες κινουμένων σχεδίων παραγγέλθηκαν από τον Αυτοκρατορικό Ιαπωνικό Στρατό, με πρωταγωνιστή έναν πονηρό, γρήγορο Ιάπωνα να κερδίζει εναντίον των εχθρικών δυνάμεων. Αυτό περιλάμβανε ταινίες όπως η ταινία Momotarō: Sacred Sailors (1945) του Maysuyo Seo, η οποία επικεντρώθηκε στην ιαπωνική κατοχή της Ασίας.

Στα μεταπολεμικά χρόνια, τα ιαπωνικά μέσα ενημέρωσης επηρεάστηκαν συχνά από τις Ηνωμένες Πολιτείες, οδηγώντας ορισμένους στον ορισμό του άνιμε ως οποιαδήποτε κινούμενη εικόνα που προέρχεται από την Ιαπωνία μετά το 1945.
Τη δεκαετία του 1950, στούντιο άνιμε άρχισαν να εμφανίζονται σε όλη την Ιαπωνία. Ο Hiroshi Takahata αγόρασε ένα στούντιο με το όνομα Japan Animated Films το 1948, μετονομάζοντας το σε Tōei Animation, με τη φιλοδοξία να γίνει «η Disney της Ανατολής». Ωστόσο, μόνο με την κυκλοφορία του Panda and the Magic Serpent (1958) η Ιαπωνία εισήλθε πλήρως στον κόσμο του επαγγελματικού animation. Μετά την επιτυχία του Panda and the Magic Serpent, η Toei κυκλοφορούσε μια νέα μεγάλου μήκους ταινία κινουμένων σχεδίων ετησίως.
Τη δεκαετία του 1960, με το έργο του Osamu Tezuka, που συχνά αποκαλείται «Πατέρας των Manga», τα άνιμε άρχισαν να διαμορφώνονται ως ένα ξεχωριστό πολιτιστικό φαινόμενο. Ο Osamu Tezuka ίδρυσε το στούντιο Mushi Production και καθιέρωσε τη τεχνική limited animation με λιγότερα καρέ ανά δευτερόλεπτο, επιτρέποντας τη γρήγορη και φθηνή παραγωγή εβδομαδιαίων τηλεοπτικών επεισοδίων. Το κινούμενο σχέδιο του, Astro Boy (1963) έθεσε τις βάσεις της αισθητικής με τα μεγάλα εκφραστικά μάτια και το κινηματογραφικό, πολύπλοκο σενάριο. Το Astro Boy ήταν η πρώτη σειρά άνιμε που προβλήθηκε ευρέως στο δυτικό κοινό, επηρεάζοντας την αμερικανική ποπ κουλτούρα, με τις αμερικανικές εταιρίες να αποκτούν διάφορους τίτλους από Ιάπωνες παραγωγούς.

Κατά τη δεκαετία του 1970, τα άνιμε αναπτύχθηκαν περαιτέρω, με την έμπνευση των animator της Disney, διαχωρίζοντάς τα από τις δυτικές ρίζες τους και αναπτύσσοντας ξεχωριστά είδη όπως το mecha άνιμε που εμπεριέχει σούπερ ρομπότ. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου αρκετοί κινηματογραφιστές απέκτησαν παγκόσμια φήμη, όπως οι Hayao Miyazaki και Mamoru Oshii. Το άνιμε Doraemon του Fujiko Fujioτο οποίο ξεκίνησε να προβάλλεται το 1979, έχει γίνει το μακροβιότερο άνιμε όλων των εποχών.
Σε αντίθεση με τις σειρές δράσης που απευθύνονται σε άνδρες, οι σειρές για γυναικείο κοινό, όπως η Candy Candy (1975) κέρδισαν μεγάλη δημοτικότητα στην ιαπωνική τηλεόραση και αργότερα σε άλλα μέρη του κόσμου, ακόμα Ελλάδα και Κύπρο. Μέχρι το 1978, πάνω από 50 σειρές anime προβάλλονταν στην ιαπωνική τηλεόραση.

Μέχρι το 1990, τα anime είχαν γίνει ένα παγκόσμιο φαινόμενο, με έργα όπως τα: Akira (1988), Dragon Ball (1984) και Sailor Moon (1991) να φτάνουν στο διεθνές κοινό. Η ταινία Spirited Away (2001) μοιράστηκε το 1ο βραβείο στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου το 2002 και κέρδισε το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας Κινουμένων Σχεδίων το 2003. Το 2013, προβλήθηκε η πιο ακριβή παραγωγή άνιμε όλων των εποχών “The Tale of the Princess Kaguya”, με προυπολογισμό $49.3 εκατομμύρια δολάρια. Το κόστος εκτινάχθηκε λόγω της μοναδικής τεχνικής της: ολόκληρη η ταινία σχεδιάστηκε στο χέρι με στυλ υδατογραφίας, μια χρονοβόρα διαδικασία που απαίτησε 8 χρόνια παραγωγής.

Σήμερα, τα άνιμε αποτελούν σημαντικό μέρος της παγκόσμιας ποπ κουλτούρας, γνωστά για τα μοναδικά καλλιτεχνικά τους στυλ, το βάθος αφήγησης και την εκτεταμένη επιρροή τους στα μέσα ενημέρωσης. Τα παιδιά του 21ου αιώνα συνεχίζουν να μεγαλώνουν με τους ήρωες των άνιμε. Πιο πρόσφατα το παγκόσμιο κοινό κέρδισαν οι ιστορίες του Λούφι, του νεαρού πειρατή από τα manga One Piece (1997-2026) του Eiichiro Oda. Μετατράπηκε σε άνιμε πρώτη φορά το 1999 και μέχρι σήμερα ξετρελαίνει τους Otakou, όπως είναι γνωστοί οι φανατικοί λάτρεις των manga και άνιμε.
