Ανοίγεις οποιαδήποτε εφαρμογή σήμερα και το πρώτο πράγμα που σε υποδέχεται είναι γυμνά κορμιά. Όχι κάποια αισθητική, όχι καλλιτεχνική ματιά — απλή, ωμή έκθεση. Δύο πόδια ανοιχτά και όλα έξω, σε μια ροή περιεχομένου που δεν διακρίνει ηλικίες. Ένα παιδί με ένα κινητό στο χέρι μπορεί, μέσα σε δευτερόλεπτα, να βρεθεί μπροστά σε πορνογραφικό υλικό που κυκλοφορεί ελεύθερα, χωρίς κανένα ουσιαστικό φίλτρο, καμία ουσιαστική προστασία. Και κανείς δεν φαίνεται να αναρωτιέται πραγματικά τι σημαίνει αυτό για μια γενιά που μεγαλώνει βλέποντας τη γύμνια ως το πιο εύκολο κλικ της ημέρας.
Δίπλα σε αυτό, μια δεύτερη τάση έχει αρχίσει να κανονικοποιείται με ανησυχητική ευκολία: podcasts όπου σεξεργάτριες του OnlyFans μιλούν με άνεση για τα «υπέρογκα» ποσά που βγάζουν, σαν να πρόκειται για μια συνηθισμένη επαγγελματική επιτυχία. Το μήνυμα που περνά σε νέους ανθρώπους που ακόμα ψάχνουν ταυτότητα και κατεύθυνση είναι σαφές, έστω κι αν δεν διατυπώνεται ρητά: υπάρχει ένας εύκολος, γρήγορος δρόμος προς το χρήμα, και δεν χρειάζεται κόπος, σπουδές, ή χρόνια δουλειάς για να τον ακολουθήσεις. Δεν είναι η ύπαρξη αυτών των ανθρώπων το πρόβλημα· είναι η προβολή τους ως προτύπου επιτυχίας, χωρίς καμία αντίστιξη, χωρίς καμία άλλη οπτική.
Το ίδιο μοτίβο επαναλαμβάνεται και σε ένα ακόμα πιο σκοτεινό επίπεδο. Εγκληματίες, ακόμα και δολοφόνοι, καλούνται σε εκπομπές και podcasts για να αφηγηθούν τα «κατορθώματά» τους. Και το κάνουν όχι με μεταμέλεια, όχι αναγνωρίζοντας το κακό που προκάλεσαν, αλλά συχνά με μια αγέρωχη, σχεδόν περήφανη διάθεση, σαν να μοιράζονται ένα επίτευγμα. Δίνεται σε αυτούς τους ανθρώπους ένα βήμα, μια πλατφόρμα, μια ακρόαση εκατομμυρίων — τη στιγμή που τόσοι ικανοί, αξιόλογοι άνθρωποι με πραγματικά πράγματα να πουν, με πραγματικά μηνύματα να μεταδώσουν, παραμένουν αόρατοι. Η επιλογή αυτή δεν είναι τυχαία· είναι αποτέλεσμα μιας λογικής που βάζει το θέαμα και το κλικ πάνω από κάθε έννοια ευθύνης.
Αυτό είναι, τελικά, το βαθύτερο πρόβλημα: η πλήρης απουσία μέτρου και ευθύνης από όσους διαχειρίζονται αυτά τα μέσα. Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς τι μήνυμα περνά όταν δίνεις μικρόφωνο σε όποιον προκαλεί θόρυβο, ανεξαρτήτως του τι έχει να πει ή του πώς το λέει. Είναι, όμως, τρομερά ανεύθυνο να το κάνεις αδιαφορώντας για το αποτύπωμα που αφήνει σε παιδιά και νέους που ακόμα διαμορφώνουν την εικόνα τους για τον κόσμο.
Η ποιότητα δεν χάθηκε τυχαία. Χάθηκε επειδή κανείς δεν την αναζήτησε, γιατί ήταν πιο εύκολο και πιο κερδοφόρο να δώσεις βήμα στη γύμνια, στην υπερηφάνεια του εγκλήματος και στην εικόνα του εύκολου χρήματος, παρά να επενδύσεις σε φωνές που πραγματικά αξίζει να ακουστούν. Το ερώτημα που μένει είναι αν, ως κοινωνία, θα συνεχίσουμε να το ανεχόμαστε σιωπηλά, ή αν θα απαιτήσουμε επιτέλους λίγο περισσότερο μέτρο και πολύ περισσότερη ευθύνη από όσους κρατούν στα χέρια τους αυτό το τεράστιο μέσο επιρροής.