Πριν δούμε πώς έφτασε στο τέλος της η πιο όμορφη γυναίκα της ελληνικής μυθολογίας, ας θυμηθούμε ποια ήταν πραγματικά η Ωραία Ελένη. Η Ελένη, κόρη του Δία και της Λήδας, θεωρούνταν η ομορφότερη γυναίκα του κόσμου. Ο Όμηρος, στην Ιλιάδα, την περιγράφει ως μια γυναίκα τόσο απαράμιλλης ομορφιάς, ώστε η παρουσία της και μόνο αρκούσε για να εξηγήσει γιατί χιλιάδες άνδρες πολέμησαν για χάρη της επί δέκα ολόκληρα χρόνια. Δεν ήταν απλώς μια βασίλισσα της Σπάρτης έγινε το πρόσωπο γύρω από το οποίο χτίστηκε ο πιο διάσημος πόλεμος της αρχαιότητας, ο Τρωικός Πόλεμος. Η ομορφιά της υμνήθηκε όσο καμίας άλλης γυναίκας, όμως η ίδια πλήρωσε βαρύ τίμημα γι’ αυτήν.
Η Ελένη επέστρεψε στη Σπάρτη μετά τον Τρωικό Πόλεμο και έζησε ξανά στο πλευρό του Μενελάου. Ωστόσο, η ζωή της μόνο ήρεμη δεν ήταν. Η ίδια βρέθηκε πολλές φορές αντιμέτωπη με τον θάνατο.Πρώτος που θέλησε να τη σκοτώσει ήταν ο ίδιος ο Μενέλαος. Για 20 ολόκληρα χρόνια ζούσε με την οργή μέσα του. Για 10 χρόνια πολεμούσε για να πάρει πίσω τη γυναίκα του και να ξεπλύνει την προσβολή που είχε δεχθεί όταν εκείνη έφυγε με τον Πάρη.
Όταν τελικά έπεσε η Τροία και στάθηκε απέναντι στην Ωραία Ελένη, τράβηξε το σπαθί του αποφασισμένος να τη σκοτώσει. Όμως, σύμφωνα με την παράδοση, τη στιγμή που την αντίκρισε η απαράμιλλη ομορφιά της τον έκανε να αλλάξει γνώμη. Πολλοί παρομοίαζαν την ομορφιά της με εκείνη της ίδιας της Αφροδίτης. Δεν ήταν απλώς όμορφη θεωρούνταν η ομορφότερη γυναίκα του κόσμου. Έτσι, ο Μενέλαος άφησε το σπαθί του να πέσει στο έδαφος και την συγχώρεσε.
Υπάρχει όμως και μία άλλη εκδοχή. Σύμφωνα με αυτή, ο Μενέλαος ήταν αποφασισμένος να τη σκοτώσει για προδοσία. Όταν οι Αχαιοί είχαν κρυφτεί μέσα στον Δούρειο Ίππο, η Ελένη υποψιάστηκε το σχέδιό τους. Πέρασε τη νύχτα γύρω από τον Ίππο και άρχισε να μιμείται τις φωνές των αγαπημένων προσώπων των Ελλήνων πολεμιστών, προσπαθώντας να τους κάνει να απαντήσουν και να αποκαλύψουν την παρουσία τους. Εκείνοι όμως, ύστερα από δέκα χρόνια πολέμου, κράτησαν την ψυχραιμία τους και δεν πρόδωσαν το σχέδιο.
Ο Μενέλαος δεν ξέχασε ποτέ αυτή την πράξη. Πίστευε ότι για χάρη της Ελένης είχαν χαθεί αμέτρητες ζωές και, όταν την πήρε μαζί του για την Ελλάδα, σκόπευε να την παραδώσει στον λαό, ώστε να αποφασίσει εκείνος την τύχη της. Η Ελένη, από την πλευρά της, αρνιόταν τις κατηγορίες και παρακαλούσε τον Μενέλαο να τη λυπηθεί, ρίχνοντας την ευθύνη στους θεούς και ιδιαίτερα στην Αφροδίτη.
Τελικά, ο Μενέλαος δεν την παρέδωσε στον εξαγριωμένο όχλο. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του φαίνεται πως η οργή του καταλάγιασε και έτσι η Ελένη σώθηκε για ακόμη μία φορά. Οι κίνδυνοι όμως δεν σταμάτησαν εκεί. Όταν έφτασαν στο Άργος, συνάντησαν τον Ορέστη και τον πιστό του φίλο, τον Πυλάδη. Οι δύο άνδρες είχαν καταδικαστεί σε θάνατο επειδή ο Ορέστης είχε σκοτώσει τη μητέρα του, Κλυταιμνήστρα. Ζήτησαν βοήθεια από τον Μενέλαο, όμως εκείνος τους αγνόησε.
Τότε αποφάσισαν να τον εκδικηθούν. Σχεδίασαν να απαγάγουν την Ωραία Ελένη και να τη σκοτώσουν, ενώ στη συνέχεια θα κρατούσαν όμηρο και την κόρη του Μενελάου, την Ερμιόνη, ώστε να τον αναγκάσουν να υποχωρήσει. Την ώρα όμως που ήταν έτοιμοι να θανατώσουν την Ελένη, εμφανίστηκε ο θεός Απόλλωνας και την έσωσε.
Η τελευταία και μοιραία πράξη της ζωής της ήρθε πολλά χρόνια αργότερα. Όταν ο Μενέλαος πέθανε σε βαθιά γεράματα, δεν υπήρχε πλέον κανείς να την προστατεύσει από την οργή εκείνων που εξακολουθούσαν να τη θεωρούν υπεύθυνη για τον Τρωικό Πόλεμο και τον χαμό των αγαπημένων τους. Μετά τον θάνατο του Μενελάου, η Ελένη εξορίστηκε στη Ρόδο. Εκεί την υποδέχθηκε η βασίλισσα Πολυξώ, η οποία φαινόταν να τη φιλοξενεί με φιλία. Στην πραγματικότητα όμως περίμενε την κατάλληλη στιγμή για να εκδικηθεί. Η ίδια είχε χάσει τον άνδρα της στον Τρωικό Πόλεμο και θεωρούσε την Ελένη υπεύθυνη για την τραγωδία που είχε καταστρέψει τη ζωή της. Ένα βράδυ, καθώς η Ελένη λουζόταν στην ακρογιαλιά, η Πολυξώ έστειλε τρεις γυναίκες μεταμφιεσμένες σε Ερινύες. Εκείνες όρμησαν πάνω της, την άρπαξαν και την κρέμασαν από ένα δέντρο.
Έτσι, η γυναίκα που είχε γλιτώσει αμέτρητες φορές από τον θάνατο και είχε γίνει η αιτία του πιο ξακουστού πολέμου της ελληνικής μυθολογίας, βρήκε τελικά ένα τραγικό τέλος μακρι από την Σπάρτη.