Ο Piet Mondrian (1872 –1944) ήταν Ολλανδός ζωγράφος, ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της μοντέρνας τέχνης και συνιδρυτής του καλλιτεχνικού κινήματος De Stijl ή αλλιώς Νεοπλαστικισμού. Θεωρείται από τους πιο επιδραστικούς ζωγράφους του 20ου αιώνα.
Ο Πητ Μοντριάν γεννήθηκε στην πόλη Αμερσφόρτ της Ολλανδίας σε μια οικγένεια μεσαίας τάξης. Είχε τέσσερα αδέλφια. Ο πατέρας του ήταν ερασιτέχνης σχεδιαστής και διευθυντής ενός δημοτικού σχολείου στο Άμερσφορτ. Δίδαξε στον Πητ σχέδιο από μικρή ηλικία. Αργότερα, ο Πήτ σπούδασε στην Ακαδημία Καλών Τεχνών του Άμστερνταμ την περίοδο 1892 με 1895. Έγινε μέλος της καλλιτεχνικής εταιρείας Kunstliefde («Λάτρεις της Τέχνης») στην Ουτρέχτη, όπου εκτέθηκαν οι πρώτοι πίνακές του το 1893, και την επόμενη χρονιά εντάχθηκε στους δύο τοπικούς καλλιτεχνικούς συλλόγους στο Άμστερνταμ. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου συνέχισε να παρακολουθεί βραδινά μαθήματα σχεδίου στην ακαδημία, εντυπωσιάζοντας τους καθηγητές του με την αυτοπειθαρχία και την προσπάθειά του.
Οι πίνακες του Μοντριάν στην αρχή της καριέρας του, ακολουθούσαν τις επικρατούσες τάσεις της τέχνης στην Ολλανδία: θέματα τοπίων και νεκρών φύσεων επιλεγμένα από τα λιβάδια και τα polder γύρω από το Άμστερνταμ, τα οποία απεικόνιζε χρησιμοποιώντας απαλές αποχρώσεις και γραφικά εφέ φωτισμού. Το 1903 επισκέφθηκε έναν φίλο στη Βραβάντη του Βελγίου, όπου η ήρεμη ομορφιά και οι καθαρές γραμμές του τοπίου αποδείχθηκαν σημαντική επιρροή για αυτόν. Βίωσε μια περίοδο προσωπικής και καλλιτεχνικής ανακάλυψης.
Το έργο τους επηρεάστηκε έντονα από την έντονη έκφραση και χρήση του χρώματος στην τέχνη του Μετα-ιμπρεσιονιστή Vincent van Gogh, του οποίου το έργο είχε παρουσιαστεί σε μια μεγάλη έκθεση στο Άμστερνταμ το 1905. Αυτή η τολμηρή χρήση του χρώματος αντικατοπτρίστηκε στο «Κόκκινο Σύννεφο» (1907) του Μοντριάν.

Μέχρι την εποχή που ζωγράφισε το «Woods» (1908), άρχισαν να εμφανίζονται νέες αξίες στο έργο του, συμπεριλαμβανομένης μιας γραμμικής κίνησης που θύμιζε κάπως το στυλ ζωγραφικής του Νορβηγού ζωγράφου Edvard Munch, και ενός χρωματικού συνδυασμού που υποδήλωνε την παλέτα των σύγχρονων Γερμανών Εξπρεσιονιστών ζωγράφων. Με αυτόν τον δυναμικό πίνακα σημαντικού μεγέθους, ο Μοντριάν απομακρύνθηκε από την εθνική παράδοση της ολλανδικής ζωγραφικής.

Το νέο του στυλ ενισχύθηκε από τη γνωριμία του με τον Ολλανδό καλλιτέχνη Jan Toorop, ο οποίος ηγήθηκε του ολλανδικού κινήματος του Λουμινισμού, ενός παρακλαδιού του γαλλικού νεο-ιμπρεσιονισμού. Οι Λουμινιστές, όπως και οι νεο-ιμπρεσιονιστές, απέδιδαν το φως μέσα από μια σειρά από κουκκίδες ή κοντές γραμμές βασικών χρωμάτων. Ο Μοντριάν επικεντρώθηκε σε αυτή τη χρήση του χρώματος και περιόρισε την παλέτα του στις βασικές αποχρώσεις όπως στον πίνακα του«Ανεμόμυλος στο Ηλιακό Φως» (1908) που εκτελέστηκε κυρίως σε κίτρινο, κόκκινο και μπλε.

Επίσης, ο καλλιτέχνης εντάχθηκε στη Θεοσοφική Εταιρεία, μια ομάδα που πίστευε σε έναν αρμονικό κόσμο στον οποίο το πνεύμα και η ύλη είναι ενωμένα. Εμπνευσμένος από αυτές τις ιδέες τους, ο Μοντριάν άρχισε να απελευθερώνει τα αντικείμενα που απεικονίζονται στους πίνακές του από τη φυσιοκρατική αναπαράσταση. Επικεντρώθηκε στην απεικόνιση μεγάλων μορφών στη φύση, όπως στην ελαιογραφία του «Εξέλιξη» (1910-11), ένα τρίπτυχο τριών ανθρώπινων μορφών που στέκονται όρθιες. Οι συμβολικές μορφές και τα γεωμετρικά μοτίβα που εκφράζουν την πνευματική αφύπνιση. Αποτελεί το τελευταίο έργο του καλλιτέχνη με ανθρώπινη μορφή, λειτουργώντας ως μεταβατικός σταθμός προς τη ριζοσπαστική αφαίρεση και τον νεοπλαστικισμό.

Το 1911 υπέβαλε έναν από τους πιο αφηρημένους πίνακές του στο Salon des Indépendants στο Παρίσι, την πρώτη του προσπάθεια για διεθνή αναγνώριση.Ο Μοντριάν από το 1912 έως το 1917 πειραματίστηκε με τον Κυβισμό.
Το καλοκαίρι του 1914, επέστρεψε στην Ολλανδία για να επισκεφτεί τον πατέρα του, ο οποίος ήταν σοβαρά άρρωστος, και το ξέσπασμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου τον εμπόδισε να επιστρέψει στο Παρίσι. Εγκαταστάθηκε στο Λάρεν, όπου γνώρισε τον M. H. J. Schoenmakers, του οποίου οι ιδέες για τη γεωμετρία και τα βασικά στοιχεία της φύσης βοήθησαν τον ζωγράφο να περάσει στην απόλυτη «αφαίρεση» της παραδοσιακής ζωγραφικής. Ώθησε τον Μοντριάν να μετατρέψει το κυβιστικό του στυλ στα ακραία όριά του, ιδιαίτερα στη ζωγραφική του της εκκλησίας στο Ντόμπουργκ και σε ένα νέο θέμα, που αποτυπώθηκε σε μια σειρά έργων γνωστών ως «Προβλήτα και Ωκεανός». Η τελική εκδοχή αυτού του θέματος, που ολοκληρώθηκε το 1917 και εκτέθηκε στο Rijksmuseum Kröller-Müller.

Το 1917 ο Mondrian και τρεις άλλοι ζωγράφοι, ο Theo van Doesburg, ο Bart van der Leck και ο Vilmos Huszar ίδρυσαν στην Ολλανδία το 1917 την πρωτοποριακή καλλιτεχνική κίνηση και το ομότιτλο περιοδικό De Stijl (Το Στυλ), γνωστή και ως Νεοπλαστικισμός. Η ομάδα υποστήριζε την πλήρη απόρριψη της οπτικά αντιληπτής πραγματικότητας ως θέματος και τον περιορισμό μιας εικονογραφικής γλώσσας στα πιο βασικά στοιχεία της, την ευθεία γραμμή, τα βασικά χρώματα και τα ουδέτερα χρώματα του μαύρου, του λευκού και του γκρι. Στο περιοδικό De Stijl, ο Μοντριάν ουσιαστικά παρουσίασε όλες τις οπτικές του θεωρίες. Επειδή συνέβαλε τόσο εκτενώς στα πρώτα τεύχη του περιοδικού, το πρώιμο στυλ του De Stijl έγινε συνώνυμο με το δικό του έργο. Το έργο του «Composition II in Red, Blue, and Yellow» (1930) αποτελεί το πιο αναγνωρίσιμο πίνακα De Stijl παγκόσμια.

Ο καλλιτέχνης επέστρεψε στο Παρίσι το 1919, αλλά διατήρησε τη στενή του συνεργασία με το De Stijl, δημοσιεύοντας τις θεωρίες του στο φυλλάδιο Le Néo–plasticisme στο Παρίσι το 1920 και έτσι ο Μοντριάν άρχισε να διαδίδει τις ιδέες του σε όλη την Ευρώπη. Υποστηρίζε ότι η τέχνη πρέπει να απαλλαγεί από την αναπαράσταση της φύσης. Βασισμένος στη θεοσοφία και τον μυστικισμό, πίστευε πως η απόλυτη πνευματική αρμονία και η αλήθεια εκφράζονται μόνο μέσω των καθαρών γεωμετρικών στοιχείων, των βασικών χρωμάτων και της ισορροπίας των αντιθέτων.
Το δοκίμιο «Plastic Art and Pure Plastic Art» (1937) είναι ένα από τα σημαντικότερα δοκίμια του πρωτοπόρου της αφαίρεσης Μοντριάν, στο οποίο αναλύει τη φιλοσοφία του Νεοπλαστικισμού και την απόλυτη απελευθέρωση της τέχνης από τη φυσική πραγματικότητα.
Όταν ο Μοντριάν αποφάσισε να φύγει από το Παρίσι το 1938, υπό τη σκιά της εισβολής του Αδόλφου Χίτλερ στην Τσεχοσλοβακία, μετακόμισε στο Λονδίνο, αλλά ο βομβαρδισμός της πόλης τον ανάγκασε να καταφύγει στη Νέα Υόρκη το 1940. Εκεί, το στυλ του Μοντριάν εισήλθε στην τελευταία του φάση. Εμπνευσμένος από την ανακτημένη ελευθερία του, την ζωή της Νέας Υόρκης και τους νέους ρυθμούς της αμερικανικής μουσικής, μετά το 1940 αποσπάστηκε πρώτα από τα αυστηρά μοτίβα των μαύρων γραμμών, αντικαθιστώντας τα με χρωματιστές λωρίδες.
Στην Αμερική δημιούργησε τα αριστουργήματά του «New York City I» και «Broadway Boogie Woogie» που εκτέθηκαν το 1943-44. Δες τα έργα αντίστοιχα πιο κάτω:

Ενθουσιασμένος από την ελπίδα του για ένα καλύτερο μέλλον, ο Μοντριάν ξεκίνησε να ζωγραφίζει το «Victory Boogie Woogie» (1942) όπου παρέμεινε ημιτελές όταν υπέκυψε από πνευμονία το 1944.

Ο Μοντριάν δεν παντρεύτηκε ποτέ και δεν απέκτησε παιδιά. Έζησε μια μοναχική ζωή αφιερωμένη αποκλειστικά στην τέχνη του.
Το μουσείο Kunstmuseum Den Haag στη Χάγη διαθέτει τη μεγαλύτερη συλλογή έργων του Πητ Μοντριάν παγκοσμίως, ενώ το μουσείο Mondriaanhuis στο Άμερσφορτ στεγάζεται στο σπίτι όπου γεννήθηκε.
Θαύμασε κι άλλα έργα τέχνης του Piet Mondrian από την επίσημη ιστοσελίδα του: piet-mondrian.org