Ο Μαξ Ερνστ (1891 – 1976) ήταν Γερμανός ζωγράφος, γλύπτης και θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους καλλιτέχνες της μοντέρνας τέχνης. Ο Μαξ Ερνστ μαζί με τους Ζοάν Μιρό, Σαλβαδόρ Νταλί και Ρενέ Μαγκρίτ, ήταν υπεύθυνοι για τη δημιουργία της χρυσής εποχής του Σουρεαλισμού. Η τέχνη του χαρακτηρίστηκε από πρωτοποριακά στοιχεία, με επιρροές από το Κίνημα του Ντανταϊσμού και Σουρεαλισμού. Ο Μαξ Ερνστ διακρίθηκε για το συνδυασμό διαφορετικών τεχνικών που χρησιμοποίησε, καθώς και από μία διαρκή αναζήτηση νέων μεθόδων σύνθεσης.
Ο Μαξ γεννήθηκε στο Bruhl, ένα μέρος κοντά στην Κολωνία, της Γερμανία. Μεγάλωσε σε μια αυστηρή καθολική οικογένεια. Αν και ο πατέρας ήταν δάσκαλος και παρόλο που ήταν κωφός, ο Ερνστ διδάχθηκε πολλά από αυτόν όσον αφορά τη ζωγραφική. Το 1914, ο Ερνστ φοίτησε στο Πανεπιστήμιο της Βόννης, όπου σπούδασε φιλοσοφία που τελικά εγκατέλειψε επειδή ενδιαφερόταν περισσότερο για τις τέχνες.
Κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Ερνστ αναγκάστηκε να καταταγεί στον Γερμανικό Στρατό και εντάχθηκε στη μεραρχία πυροβολικού. Σαν στρατιώτης στον πόλεμο, ο Ερνστ τραυματίστηκε ψυχικά και έγινε έντονα επικριτικός απέναντι στη δυτική κουλτούρα. Αυτά τα φορτισμένα συναισθήματα τροφοδότησαν άμεσα το όραμά του για τον σύγχρονο κόσμο ως παράλογο, μια ιδέα που έγινε η βάση του έργου τέχνης του. Το καλλιτεχνικό όραμα του Έρνστ, μαζί με το χιούμορ και τη ζωντάνια του, είναι έντονα αντιληπτά στα έργα του. Ο Ερνστ ήταν πρωτοπόρος δύο κινημάτων, του Ντανταϊσμού και Σουρεαλισμού. Συνίδρυσε την ομάδα Dada της Κολωνίας το 1919 και έγινε ιδρυτικό μέλος της σουρεαλιστικής ομάδας του Παρισιού, το 1924.
Ένα από τα πρώτα του έργα με Ντάντα στυλ είναι το ακόλουθο:

Το 1919, ο Έρνστ άρχισε να δημιουργεί μερικά από τα πρώτα του κολάζ, όπου χρησιμοποίησε διάφορα υλικά, όπως εικονογραφημένους καταλόγους και ορισμένα εγχειρίδια που παρήγαγαν μια κάπως φουτουριστική εικόνα. Οι εικονογραφήσεις του: La femme 100 têtes (Εκατοντακέφαλη Γυναίκα / Ακέφαλη Γυναίκα) του 1929 και Rêve d’une petite fille qui voulut entrer au Carmel (Ένα κοριτσάκι ονειρεύεται να πάρει το πέπλο) του 1930, συγκαταλέγονται στα πιο μοναδικά έργα του Σουρεαλισμού.
Το 1918, ο Ερνστ αποστρατεύτηκε και επέστρεψε στην Κολωνία. Παντρεύτηκε τη φοιτήτρια ιστορίας της τέχνης Luise Straus, εβραϊκής καταγωγής, την οποία είχε γνωρίσει το 1914. Μαζί απέκτησαν ένα γιο, τον Ulrich ‘Jimmy’ Ernst, ο οποίος έγινε επίσης ζωγράφος.
Τη δεκαετία του 1920, ο Έρνστ επηρεάστηκε από τα γραπτά του ψυχολόγου Σίγκμουντ Φρόιντ, και το λογοτεχνικό, πνευματικό και καλλιτεχνικό κίνημα του Σουρεαλισμού, που επιδίωξε μια επανάσταση ενάντια στους περιορισμούς του ορθολογικού νου και έβλεπε τους κανόνες μιας κοινωνίας ως καταπιεστικούς. Το 1922, ο Ερνστ μετακόμισε στο Παρίσι, όπου οι σουρεαλιστές συγκεντρώνονταν γύρω από τον ιδρυτή του Σουρεαλισμού Αντρέ Μπρετόν. Το 1923, ο Ερνστ ολοκλήρωσε το έργο «Men shall know nothing of this», γνωστό ως ο πρώτος σουρεαλιστικός πίνακας. Ο Ερνστ ήταν ένας από τους πρώτους καλλιτέχνες που εφάρμοσαν την «Ερμηνεία των Ονείρων» του Φρόιντ για να διερευνήσουν τη βαθιά ψυχή του, προκειμένου να εξερευνήσουν την πηγή της δικής του δημιουργικότητας. Ενώ στρεφόταν προς τον εαυτό του, ο Ερνστ αξιοποιούσε επίσης το παγκόσμιο ασυνείδητο με τις κοινές ονειρικές εικόνες του.
Δες τον πίνακα πιο κάτω:
Εν τω μεταξύ, η Γερμανία βρισκόταν υπό πλήρη έλεγχο του Ναζιστικού Κόμματος κατά το έτος 1933. Το 1937, ο Χίτλερ κατάφερε να συγκεντρώσει έως και 16.000 πρωτοποριακά έργα τέχνης που αρχικά εκτίθεντο στα εθνικά μουσεία της Γερμανίας. Επίσης, διέταξε την αποστολή περίπου 650 έργων τέχνης στο Μόναχο, ενόψει της έκθεσης τέχνης του με τίτλο «Degenerate Art» ή «Degenerate Kunst». Έργα πολλών σύγχρονων καλλιτεχνών, όπως ο Wassily Kandinsky, ο Marc Chagall, ο Paul Klee και ο Piet Mondrian, περιλαμβάνονται στην έκθεση. Στην εν λόγω έκθεση τέχνης, ο Ernst είχε περίπου 2 πίνακες που εκτέθηκαν. Ωστόσο, αναφέρθηκε ότι αυτά τα 2 έργα τέχνης είχαν εξαφανιστεί, με πιθανότητα να έχουν καταστραφεί.
Το 1941, ο Έρνστ αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη Γαλλία και κατευθύνθηκε στη Νέα Υόρκη για να ξεκινήσει μια νέα ζωή. Μετά την κατοχή της Γαλλίας από τη Γερμανία, συνελήφθη από τη Γκεστάπο ως «εκφυλισμένος καλλιτέχνης» και, με τη βοήθεια φίλων όπως η Peggy Guggenheim και ο Varian Fry, κατάφερε να δραπετεύσει στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η Peggy Guggenheim (Αμερικανίδα κοσμική, συλλέκτρια έργων τέχνης),έγινε η τρίτη σύσυγος του και αυτό του άνοιξε το δρόμο για να αναπτύξει στενούς δεσμούς με τους αφηρημένους εξπρεσιονιστές και την καλλιτεχνική σκηνή της Νέας Υόρκης.Στη Νέα Υόρκη, συνάντησε τον Piet Mondrian και τον Marcel Duchamp, συνάδελφοί του avant-garde καλλιτέχνες από την Ευρώπη. Με αυτούς τους δύο καλλιτέχνες, ο Ernst ενέπνευσε αρκετούς επίδοξους και επαγγελματίες Αμερικανούς καλλιτέχνες εκείνη την περίοδο. Ο Ερνστ απέκτησε μεγάλη φήμη ενόσω ζούσε και συνέβαλε στη διαμόρφωση της αμερικανικής τέχνης κατά τα μέσα του αιώνα, χάρη στις λαμπρές και εξαιρετικές ιδέες του, οι οποίες διέφεραν από εκείνες άλλων καλλιτεχνών της εποχής του.
Όταν χώρισε από την Guggenheim μετά από 4 χρόνια γάμου, παντρεύτηκε την Dorothea Tanning, μια ζωγράφο με έδρα τη Sedona, στην Αριζόνα. Το ζευγάρι σύντομα μετακόμισε στη Γαλλία, το 1953, και εγκαταστάθηκε εκεί. Ένα χρόνο αργότερα, ο Ερνστ έλαβε βραβείο στην Μπιενάλε της Βενετίας. Όταν ο Ερνστ ζούσε στην πόλη Sedona, της Αριζόνας των Η.Π.Α, γοητεύτηκε βαθιά από την τέχνη «Navajo», των νοτιοδυτικών ιθαγενών Αμερικανών. Ο Ερνστ χρησιμοποιούσε τεχνικές «Navajo» στα έργα του, συμπεριλαμβανομένων των τελετουργιών και των πνευματικών παραδόσεων τους. Παράδειγμα, είναι το γλυπτό Capricon, που βρίσκεται σήμερα στην Εθνική Πινακοθήκη της Ουάσιγκτον, των Η.Π.Α.
Ο Ερνστ, μαζί με τη σύζυγό του Dorothea έγιναν πολύ δραστήριοι καλλιτέχνες. Ταξίδεψαν σε διάφορα μέρη σε όλο τον κόσμο για να μάθουν περισσότερα για τις διαφορετικές τεχνικές τέχνης και ενέπνευσαν αρκετούς καλλιτέχνες που είδαν τα μοναδικά σουρεαλιστικά τους έργα.

Το 1976, ο Ερνστ απεβίωσε, αλλά η κληρονομιά του έζησε καθώς συνέχισε να αποτελεί πηγή έμπνευσης για καλλιτέχνες σε όλο τον κόσμο. Ανέπτυξε νέες τεχνικές ζωγραφικής όπως: «frottage», «grattage», «decalcomania», και «oscillation». Το Μουσείο Max Ernst άνοιξε το 2005 στην γενέτειρα πόλη του, Brühl, όπου περιλαμβάνει περίπου 2040 εκθέματα. Αυτά περιλαμβάνουν κάθε μέσο με το οποίο εργάστηκε ο καλλιτέχνης: σχέδια, κολάζ, φροτάζ, πίνακες ζωγραφικής, χαρακτικά και γλυπτά. Τα έργα του Ερνστ όπως «The Elephant Celebes» και «The Barbarians» έχουν γίνει οι εμβληματικές εικόνες του κινήματος του Σουρεαλισμού.
Δες τα έργα πιο κάτω:
Πάτα εδώ να θαυμάσεις και άλλα έργα του Μάρξ Έρνστ από την επίσημη ιστοσελίδα του.