Η Κική Δημουλά (1931–2020) υπήρξε μία από τις κορυφαίες και πιο αγαπητές Ελληνίδες ποιήτριες της σύγχρονης εποχής, γνωστή για την ιδιαίτερη χρήση της γλώσσας και την ανάδειξη της καθημερινότητας σε υπαρξιακό στοχασμό. Εξέδωσε συνολικά 15 ποιητικές συλλογές κατά τη διάρκεια της ζωής της
Οι διακρίσεις και τα βραβεία για το έργο της Κικής Δημουλά είναι πολλά και σημαντικά – ενδεικτικά αναφέρουμε: το Αριστείο των Γραμμάτων της Ακαδημίας Αθηνών για το σύνολο του έργου της το 2001 και το Ευρωπαϊκό Βραβείο Λογοτεχνίας (Prix Europeen de Litterature – Rencontres Europeennes de Litterature) στο Στρασβούργο το 2009. Ενώ το 2002, ανακηρύχθηκε τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.
Το ποίημα «Βροχή επιστροφής» από τη συλλογή «Το τελευταίο σώμα μου» της Κικής Δημουλά, αποτυπώνει την αλλαγή της εποχής, από καλοκαίρι σε φθινόπωρο. Το ποίημα δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά τον Ιανουάριο του 1981 από τις εκδόσεις Κείμενα. Μέσα από εικόνες επιστροφής στην πόλη και τα πρωτοβρόχια, το έργο αναδεικνύει θέματα νοσταλγίας και υπαρξιακής μελαγχολίας.
Εγώ, όταν μεγαλώσω
θα γίνω Σεπτέμβριος έλεγε ο Αύγουστος.
Έβρεξε δω λιγάκι.
Δοκιμαστικά, σαν έλεγχος
αν λειτουργούν καλά οι πτώσεις.
Όπως χτυπάνε κάθε τόσο
ξαφνικά οι σειρήνες, δοκιμαστικά,
αν λειτουργεί καλά
ο τρόμος του πολέμου.
Ελάχιστη βροχή,
ίσα που την πλατάγισε στο στόμα του
το χώμα τη σταγόνα
– καθώς δοκιμαστής κρασιών-,
μόλις που πρόλαβε η υγρόεσσα ευωδιά
παραπονιάρα να τριφτεί
πάνω στα περιβόλια.
Δέναν οι παραθεριστές
στις σχάρες των αυτοκινήτων την Αθήνα
μαρσάραν τις βαλίτσες τους και φεύγαν.
Πεθαίναν απ’ τη ζήλια τους τα σπίτια
κοιτώντας τα τροχόσπιτα
στην Εθνική Οδό του Σεπτεμβρίου.
Απ’ τ’ ανοιχτά παραθυράκια τους
μικρά όσο ένα σάντουιτς ματιάς
κουρτινάκια φτερακίζαν κατά έξω,
νάιλον γλάροι εμπριμέ, δεμένοι.
Λοξά στημένη
νανούριζε τα τέλια της
μια κιθάρα ηλιοκαμένη.
Ευτυχώς βελτιώθηκε
το βιοτικό επίπεδο της βάρκας.
Γίνανε βάρκες κατοικίδιες
– αστυφιλία των σκαριών.
Αστραφτερές, εξωλέμβιες,
πάνω στα τρέιλερ κουρνιασμένες
ακολουθούν τ’ αφεντικά τους,
σκυλάκια ράτσας
χωρίς καθόλου τρίχωμα θαλάσσης.
Γαύροι πηδάνε κατά πάνω,
μια τελευταία ασημένια περιέργεια.
Κάτι θα την πονέσει απόψε τη βραδιά
γι’ αυτό το προς το τέλος.
Αν έχει ξαστεριά
θα πιει κάποιο παυσίπονο αστέρι.
Εγώ θα μείνω ακόμα λίγο.
Μήπως και ξαναβρέξει.
Να σε ξεπλύνω λίγο.
Είσαι μες στην αρμύρα και τ’ αλάτια
από τότε που ήμουνα θάλασσα.
Κική Δημουλά (1981)