Υπάρχει μια παράξενη αλχημεία στον θάνατο. Έναν άνθρωπο που χθες τον αγνοούσαμε, τον κατακρίναμε ή τον περάσαμε βιαστικά στον δρόμο χωρίς δεύτερη ματιά, τον θρηνούμε σήμερα σαν να χάσαμε τον πιο πολύτιμο θησαυρό της ζωής μας. Ξαφνικά θυμόμαστε «πόσο καλός άνθρωπος ήταν», «πόσο μας έλειπε η παρουσία του», «πόσο θα έπρεπε να είχαμε μιλήσει πιο συχνά». Η μνήμη γίνεται γλυκόπικρη, οι αναμνήσεις εξιδανικεύονται, και ο νεκρός ανεβαίνει σε ένα βάθρο που ποτέ δεν του χαρίσαμε όσο ζούσε.

Είναι εντυπωσιακό πόσο εύκολα ξεχνάμε τις εντάσεις, τις διαφωνίες, τη σιωπή που κρατούσαμε επίτηδες. Ο θάνατος λειτουργεί σαν ένα φίλτρο που αφαιρεί όλα τα ελαττώματα και αφήνει μόνο τα φωτεινά σημεία, πραγματικά ή φανταστικά. Ο γείτονας που ποτέ δεν χαιρετούσαμε γίνεται «ένας υπέροχος άνθρωπος της γειτονιάς». Ο συγγενής με τον οποίο είχαμε χρόνια να μιλήσουμε γίνεται «η ψυχή της οικογένειας». Ο καλλιτέχνης που αγνοούσαμε ή χλευάζαμε όσο ζούσε γίνεται, μετά τον θάνατό του, «ιδιοφυΐα που δεν εκτιμήθηκε όσο έπρεπε».

Και εδώ ακριβώς κρύβεται η ειρωνεία: αν πραγματικά δεν εκτιμήθηκε όσο έπρεπε, ποιος φταίει; Εμείς. Οι ίδιοι που τώρα του χτίζουμε αγάλματα.

Δεν είναι απλώς υποκρισία με τη στενή έννοια, είναι κάτι πιο σύνθετο, ένα μείγμα ενοχής, φόβου και ανάγκης για νόημα.

Η ενοχή του «θα μπορούσα». Όταν κάποιος πεθαίνει, μένουμε με όλα όσα δεν είπαμε, δεν κάναμε, δεν προλάβαμε. Η θεοποίησή του γίνεται τρόπος να καλύψουμε αυτό το κενό, αν τον ανεβάσουμε αρκετά ψηλά, ίσως η δική μας αμέλεια φαίνεται μικρότερη.

Ο φόβος του δικού μας τέλους. Ο θάνατος του άλλου μάς θυμίζει τη δική μας θνητότητα. Μιλώντας καλά για τον νεκρό, σαν να διαπραγματευόμαστε αθόρυβα με το μέλλον: «Έτσι θέλω να με θυμούνται κι εμένα».

Η κοινωνική σύμβαση της σιωπής. Υπάρχει ένας άγραφος κανόνας που λέει ότι δεν μιλάμε άσχημα για τους νεκρούς. Όσο ανθρώπινος κι αν είναι αυτός ο κανόνας, συχνά καταλήγει να διαστρεβλώνει την αλήθεια πιο πολύ απ’ όσο θα έπρεπε.

Η ανάγκη για νόημα. Είναι πιο εύκολο να αποδεχτούμε μια απώλεια αν πιστέψουμε ότι χάσαμε κάτι σπουδαίο. Η θεοποίηση δίνει βάρος στην απώλεια και, κατ’ επέκταση, νόημα στο δικό μας πένθος.

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ηθικό, είναι και πρακτικό. Πόσοι άνθρωποι πέθαναν μόνοι, χωρίς αναγνώριση, χωρίς μια λέξη στήριξης και τιμήθηκαν με λόγους εξαίρετους μόλις έκλεισαν τα μάτια τους; Πόσοι καλλιτέχνες, στοχαστές, ακόμα και απλοί άνθρωποι της διπλανής πόρτας, χρειάστηκε να πεθάνουν για να ακουστεί επιτέλους η φωνή τους;

Αυτή η καθυστερημένη εκτίμηση δεν βοηθάει κανέναν πια. Δεν παρηγορεί τον νεκρό. Ίσως παρηγορεί εμάς, αλλά με ψεύτικο τρόπο, γιατί συγκαλύπτει το πραγματικό ερώτημα: γιατί δεν το είπαμε νωρίτερα;

Φανταστείτε αν δίναμε στους ανθρώπους την ίδια στοργή, τον ίδιο σεβασμό, την ίδια αναγνώριση όσο ζουν. Φανταστείτε αν λέγαμε στον φίλο μας πόσο σημαντικός είναι για εμάς πριν χρειαστεί επικήδειος λόγος για να το πούμε. Φανταστείτε αν το χειροκρότημα ερχόταν πριν κατέβει η αυλαία, όχι αφού έχει ήδη σβήσει το φως.

Η αλήθεια είναι πως η ζωή δεν περιμένει την τελειότητα του χρόνου μας. Η αναγνώριση που δίνουμε εκ των υστέρων δεν είναι δώρο στον νεκρό, είναι, τελικά, μια εξομολόγηση της δικής μας αμέλειας.

Η θεοποίηση μετά θάνατον δεν είναι απαραίτητα κακία. Είναι, ίσως, ανθρώπινη αδυναμία, μια ύστατη προσπάθεια να διορθώσουμε κάτι που δεν μπορεί πια να διορθωθεί. Αλλά ακριβώς επειδή δεν μπορεί να διορθωθεί, οφείλουμε να αναρωτηθούμε: ποιον αγνοούμε σήμερα που αύριο θα θρηνήσουμε με λόγια που δεν προλάβαμε να πούμε ενόσω ήταν ακόμα εδώ;

Η πραγματική τιμή δεν είναι αυτή που δίνεται στο μνήμα. Είναι αυτή που δίνεται στο τραπέζι, στο τηλέφωνο, στη διπλανή καρέκλα, όσο υπάρχει ακόμα χρόνος να ακουστεί.