Υπάρχει μια ισχυρή σχέση μεταξύ των τεχνών και της πολιτικής. Οι καλές τέχνες έχουν χρησιμοποιηθεί ως όπλα κατά και υπέρ της εξουσίας από τα αρχαία χρόνια σε πολλούς πολιτισμούς. 

 Η τέχνη και η πολιτική συνδέονται στενά, επειδή η τέχνη συχνά αντικατοπτρίζει πολιτικά ζητήματα αλλά και κοινωνικά. Οι καλλιτέχνες έχουν χρησιμοποιήσει τη ζωγραφική, τη μουσική, τη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο για να εκφράσουν απόψεις, να ασκήσουν κριτική στις κυβερνήσεις και να εμπνεύσουν αλλαγές. Οι πολιτικοί ηγέτες έχουν επίσης χρησιμοποιήσει την τέχνη ως προπαγάνδα για να επηρεάσουν τους ανθρώπους και να προωθήσουν ιδέες. Με αυτόν τον τρόπο, η τέχνη μπορεί να διαμορφώσει την κοινή γνώμη, να ενθαρρύνει τη συζήτηση και να δώσει φωνή σε όσους δεν ακούγονται.

Από την Αρχαία Ελλάδα και την Αρχαία Ρώμη, η τέχνη χρησιμοποιείτο για να τιμήσει ηγέτες, να προβάλλει τη δύναμη του κράτους και να μεταφέρει πολιτικά μηνύματα. Αγάλματα, ναοί, θεατρικά έργα και τοιχογραφίες συχνά συνδέονταν με την εξουσία και την κοινωνία. Από τότε μέχρι σήμερα, η τέχνη συνεχίζει να επηρεάζει και να επηρεάζεται από την πολιτική.

Αυτό το άρθρο θα επικεντρωθεί στη σχέση πολιτικής και τέχνης από το 19ο αιώνα μέχρι σήμερα.  

Political Art vs Anarchy Art

Πρώτα απ’ όλα, η Πολιτική Τέχνη ορίζεται ως κάθε μορφή τέχνης που σχολιάζει, ασκεί κριτική ή υποστηρίζει κοινωνικές, οικονομικές και κρατικές δομές, λειτουργώντας συνήθως μέσα στο θεσμικό πλαίσιο για να επιφέρει αλλαγή. Κάποτε συγχέεται με την Αναρχική Τέχνη, αλλά δεν αποκλείουν η μία την άλλη. Η  αναρχική τέχνη είναι ένα συγκεκριμένο ριζοσπαστικό κομμάτι κάτω από την ευρεία ομπρέλα της πολιτικής τέχνης.

Η Πολιτική Τέχνη συχνά λειτουργεί μέσα στο υπάρχον σύστημα, δηλαδή μπορεί να εκτίθεται σε μεγάλα κρατικά μουσεία, να χρηματοδοτείται από ιδρύματα ή να ζητά αλλαγή νόμων από την κυβέρνηση. Ενώ η Αναρχική Τέχνη πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα. Δεν ζητά απλώς μεταρρυθμίσεις, αλλά απορρίπτει ολοκληρωτικά κάθε μορφή ιεραρχίας, εξουσίας, κράτους και καπιταλισμού. Λειτουργεί αυστηρά έξω και εναντίον του καλλιτεχνικού κατεστημένου. Απορρίπτει την εμπορευματοποίηση της τέχνης, όπως η Street Art.   

History of Political Art from 19th Century

Ο 19ος αιώνας είδε την άνοδο του εθνικισμού και τη χρήση της τέχνης για την ενίσχυση της εθνικής ταυτότητας και υπερηφάνειας. Στη Γαλλία, οι πίνακες του Ευγένιου Ντελακρουά,  έγιναν σύμβολα επαναστατικού ζήλου και του αγώνα για την ελευθερία. Ο πίνακας του «Η Ελευθερία Οδηγεί τον Λαό» του 1831, απεικονίζει την Ιουλιανή Επανάσταση του 1830. Η επανάσταση αυτή έγινε εναντίον του βασιλιά Charles X, ο οποίος προσπαθούσε να περιορίσει τις ελευθερίες του λαού. Ο πίνακας δείχνει τον λαό να αγωνίζεται στους δρόμους του Παρισιού για ελευθερία και δικαιώματα. Η γυναικεία μορφή στο κέντρο συμβολίζει την Ελευθερία και οδηγεί τον λαό μπροστά στη μάχη. Δες το έργο πιο κάτω: 

Liberty Leading the People (1830) by Eugene Delacroix

Επίσης, δημόσια μνημεία που αποτελούν αρχιτεκτονικά διαμάντια όπως η Αψίδα του Θριάμβου στο Παρίσι, κατασκευάστηκαν για να γιορτάσουν εθνικές νίκες και να τιμήσουν όσους αγωνίστηκαν για τη χώρα, ενισχύοντας τη σύνδεση μεταξύ τέχνης και πατριωτικού συναισθήματος. Η Αψίδα του Θριάμβου χτίστηκε για να τιμήσει τις νίκες και τους στρατιώτες της Γαλλίας. Την παρήγγειλε ο Napoleon Bonaparte το 1806, μετά τη νίκη του στη μάχη του Αούστερλιτς, κατά τη διάρκεια των Ναπολεόντειων Πολέμων.

Στα μέσα του 19ου αιώνα, η τέχνη στρέφεται στους απλούς ανθρώπους και την εργατική τάξη. Καλλιτέχνες όπως ο Γάλλος Gustave Courbet πρόβαλαν την κοινωνική αδικία και τις σκληρές συνθήκες της βιομηχανικής εποχής, ασκώντας κριτική στις πολιτικές ελίτ. Ο Courbet πίστευε ότι η τέχνη πρέπει να είναι προσβάσιμη και να αντανακλά τις σύγχρονες κοινωνικές αλήθειες, αμφισβητώντας τη συντηρητική Γαλλική Ακαδημία. Διάσημο έργο του με πολιτικό συμβολισμό είναι η ελαιογραφία A Burial at Ornans (1849–1850). 

Τοποθετώντας τους Γάλλους πολίτες της υπαίθρου σε μεγάλη κλίμακα έργου τέχνης, ο Courbet υποστήριξε ότι η εργατική τάξη της επαρχίας ήταν εξίσου ιστορικά σημαντική με την παριζιάνικη ελίτ.Οι συντηρητικοί κριτικοί θεώρησαν τον πίνακα ως μια επιθετική πολιτική δήλωση. Η ανάδειξη του «κοινού ανθρώπου» κατά τη διάρκεια του τεταμένου πολιτικού κλίματος που ακολούθησε τις επαναστάσεις του 1848 έμοιαζε επικίνδυνη και εγγενώς σοσιαλιστική. Δες το έργο πιο κάτω: 

 

Ο 20ός αιώνας είδε τη χρήση της τέχνης σε διάφορα πολιτικά κινήματα και καθεστώτα. Στη Σοβιετική Ρωσία, ο Σοσιαλιστικός Ρεαλισμός έγινε η κρατικά επικυρωμένη μορφή τέχνης, απεικονίζοντας εργάτες και αγρότες σε ηρωικές στάσεις για την προώθηση των κομμουνιστικών ιδανικών. Πολλοί καλλιτέχνες εργάστηκαν για να προωθήσουν τις ιδέες του κομμουνισμού και να στηρίξουν το κράτος μέσα από την τέχνη τους, ενώ άλλοι δηνιουργούσαν τέχνη εναντίον του. 

Ο Aleksandr Deineka είναι ένα από τα σημαντικότερα παραδείγματα πολιτικής τέχνης στη Σοβιετική Ένωση, ειδικά στο πλαίσιο του Σοσιαλιστικού Ρεαλισμού. Zωγράφιζε δυναμικές εικόνες εργατών, αθλητών, στρατιωτών και βιομηχανικών σκηνών παρουσιάζουν τους ανθρώπους ως ηρωικές μορφές που χτίζουν μια νέα σοσιαλιστική κοινωνία. Το έργο του ήταν στενά συνδεδεμένο με τους στόχους του σοβιετικού κράτους: να δοξάσει την εργασία, τη σωματική δύναμη, τη βιομηχανία και τη συλλογική πρόοδο, όπως ο πίνακες του The Defense of Petrograd του 1928 («Άμυνα της Πετρούπολης»). Απεικονίζει την κινητοποίηση ένοπλων εργατών το 1919 που υπερασπίζονταν την πόλη ενάντια στα στρατεύματα του Λευκού Στρατού κατά τη διάρκεια του Ρωσικού Εμφυλίου Πολέμου. Δες το έργο πιο κάτω: 

 

The Defense of Petrograd (1928) by Aleksandr Deineka

Άλλοι καλλιτέχνες της Σοβιετικής Ένωσης είναι ο Isaak Brodsky που δημιούργησε πορτρέτα του Βλαντίμιρ Λένιν και άλλων ηγετών, συμβάλλοντας στη δημιουργία της εικόνας του σοβιετικού καθεστώτος. Παράλληλα, καλλιτέχνες όπως ο Kazimir Malevich και ο Wassily Kandinsky πειραματίστηκαν με μοντέρνα καλλιτεχνικά ρεύματα, όμως αργότερα η αφηρημένη τέχνη περιορίστηκε επειδή δεν ταίριαζε με τις επίσημες ιδέες του κράτους.

Επίσης το Ανώτερο Κρατικό Καλλιτεχνικό και Τεχνικό Εργαστήριο, στη Σοβιετική Ένωση, που ιδρύθηκε το 1921, χρησίμευσε ως βάση των δραστηριοτήτων τους. Το κομμουνιστικό κόμμα είχε περιορισμένο έλεγχο του κρατικού μηχανισμού και οι καλλιτεχνικές υποθέσεις παρακολουθούνταν μέσω των πολιτιστικών ιδρυμάτων της κυβέρνησης, τα οποία διοχέτευαν χρήματα στις σχολές καλών τεχνών και χρησίμευαν ως προστάτες για παραγγελίες τέχνης. Ο Κονστρουκτιβισμός απέρριπτε την παραδοσιακή καλλιτεχνική δημιουργία και κωδικοποιήθηκε ως κίνημα κατά της τέχνης που απέρριπτε τη δημιουργία αντικειμένων τέχνης όπως οι πίνακες ζωγραφικής και η γλυπτική.

Ο Vladimir Tatlin σαν πρωτοπόρος του Κονστρουκτιβιστικού κινήματος, συνδέεται έντονα με την πολιτική τέχνη στις αρχές του 20ού αιώνα, μετά την Ρωσική Επανάσταση. Το πιο γνωστό έργο του είναι το «Μνημείο της Τρίτης Διεθνούς», ένα φουτουριστικό σχέδιο για ένα τεράστιο κτίριο που θα συμβόλιζε τη νέα σοσιαλιστική εποχή. Αν και δεν κατασκευάστηκε ποτέ, το έργο αυτό είχε καθαρά πολιτικό χαρακτήρα, καθώς εξέφραζε την ιδέα της παγκόσμιας κομμουνιστικής επανάστασης και της προόδου της κοινωνίας.

Στη Ναζιστική Γερμανία, η τέχνη ελεγχόταν έντονα από το καθεστώς και χρησιμοποιούνταν κυρίως για προπαγάνδα και την προβολή της ιδεολογίας του. Οι καλλιτέχνες που ακολουθούσαν τις επίσημες γραμμές προωθούσαν θέματα όπως η στρατιωτική δύναμη, η “καθαρότητα” του έθνους και η εξύμνηση του κράτους. Ένας γνωστός καλλιτέχνης της περιόδου ήταν ο γλύπτης Arno Breker, ο οποίος δημιούργησε μνημειακά έργα που εξυμνούσαν το “ιδανικό” ανθρώπινο σώμα σύμφωνα με την ιδεολογία του καθεστώτος.

‘Αλλοι καλλιτέχνες είναι ο αρχιτέκτονας Albert Speer με τα μεγαλοπρεπή κτίρια του και η κινηματογραφίστρια Leni Riefenstahl με τις ταινίες της να εξυμνούν το ναζιστικό καθεστώς του Χίτλερ, όπως το προπαγανδιστικό της φιλμ, όπως το Triumph of the Will.

Ενώ οι καλλιτέχνες που δεν συμφωνούσαν με την ιδεολογία του καθεστώτος χαρακτηρίστηκαν ως “εκφυλισμένοι” και αποκλείστηκαν από την επίσημη καλλιτεχνική ζωή. Πολλοί από αυτούς ανήκαν σε ρεύματα όπως ο Εξπρεσιονισμός, ο Κυβισμός και ο Σουρεαλισμός. Μεταξύ των πιο γνωστών καλλιτεχνών ήταν ο Ernst Ludwig Kirchner, ο Emil Nolde, ο Otto Dix, ο George Grosz και ο Paul Klee. Τα έργα τους συχνά παρουσίαζαν πόλεμο, κοινωνική κριτική, παραμόρφωση και ψυχολογική ένταση, στοιχεία που το ναζιστικό καθεστώς απέρριπτε.

Παράδειγμα, ο πίνακας The Skat Players (1920) του Otto Dix, απεικονίζει ανάπηρους βετεράνους του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου να παίζουν ένα παιχνίδι με χαρτιά, το λεγόμενο skat, ευρέως γνωστό στη Γερμανία. Μετά τον πόλεμο, υπήρχαν 2.700.000 τραυματισμένοι Γερμανοί στρατιώτες, συμπεριλαμβανομένων 800.000 με αναπηρία. Το έργο εκτίθεται στο μουσείο Neue Nationalgalerie στο Βερολίνο και είναι σήμερα ένα από τα σημαντικότερα έργα της μοντέρνας τέχνης. Δες το έργο πιο κάτω: 

 

The Skat Players (1920) by Otto Dix

Εν τω μεταξύ, στις Ηνωμένες Πολιτείες, ξεκίνησε η Μεγάλη Ύφεση το 1929 με το κραχ του χρηματιστηρίου στη Wall Street και διήρκεσε περίπου μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1930, γύρω στο 1939, όταν η παγκόσμια οικονομία άρχισε σταδιακά να ανακάμπτει, κυρίως λόγω των οικονομικών αλλαγών και της προετοιμασίας για τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η Dorothea Lange κατέγραψε με τη φωτογραφία της την ανθρώπινη πλευρά της κρίσης, με πιο γνωστό έργο τη φωτογραφία Migrant Mother («Μητέρα Μετανάστρια»), που έγινε σύμβολο της δυστυχίας της εποχής. Η φωτογραφία τραβήχτηκε το 1936 στο Νιπόμο της Καλιφόρνια κατά τη διάρκεια της θητείας της στη Διοίκηση Επανεγκατάστασης (Resettlement Administration -RA). Η φωτογραφία αποτυπώνει την άσχημη κατάσταση των μεταναστών εργατών γης που έφτασαν μαζικά στην Καλιφόρνια αναζητώντας εργασία κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης. Σήμερα βρίσκεται στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης.  Δες τη φωτοφραφία πιο κάτω: 

Migrant Mother (1936) by Dorothea Lange
Migrant Mother (1936) by Dorothea Lange

Ο ζωγράφος Grant Wood, περισσότερο γνωστός για τους πίνακές του που απεικονίζουν την αγροτική αμερικανική μεσοδυτική περιοχή, δημιούργησε το διάσημο έργο American Gothic, το οποίο αν και δεν δείχνει άμεσα τη φτώχεια, αντανακλά την δυσκολία και την ανοχή της αμερικανικής αγροτικής ζωής. Δες το έργο πιο κάτω: 

American Gothic (1930) by Grant Wood
American Gothic (1930) by Grant Wood

Το έργο «Γκερνίκα» (1937) του Πάμπλο Πικάσο είναι το πιο διάσημο έργο Πολιτικής Τέχνης στον κόσμο. Αποτελεί ένα μνημειώδες, παγκόσμιο σύμβολο ενάντια στις φρικαλεότητες του πολέμου και του φασισμού. Στις 26 Απριλίου 1937, κατά τη διάρκεια του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου, ναζιστικά γερμανικά και φασιστικά ιταλικά πολεμικά αεροσκάφη βομβάρδισαν την πόλη των Βάσκων Γκερνίκα κατόπιν αιτήματος του Ισπανού εθνικιστή στρατηγού Φρανθίσκο Φράνκο.  Η επίθεση ήταν μια σκόπιμη τρομοκρατική πράξη βομβαρδισμού με στόχο αμάχους, εξαφανίζοντας την ιστορική πόλη και σκοτώνοντας εκατοντάδες αθώους ανθρώπους. 

Ο Πικάσο είχε αρχικά ανατεθεί από την ισπανική δημοκρατική κυβέρνηση να δημιουργήσει μια τοιχογραφία για τη Διεθνή Έκθεση του Παρισιού το 1937. Αφού άκουσε για τη σφαγή, απέρριψε τις αρχικές του ιδέες και έστρεψε την προσοχή του αποκλειστικά στην τραγωδία.

Guernica (1937) by Pablo Picasso

Στο Μεξικό, ο περίφημος καλλιτέχνης Diego Rivera (Ντιέγκο Ριβέρα) πιστεύοντας ακράδεντα ότι η τέχνη δεν πρέπει να κλείνεται σε ελιτίστικες γκαλερί αλλά να ανήκει στον λαό, χρησιμοποίησε τους τοίχους δημόσιων κτιρίων ως γιγαντιαίους καμβάδες για την εκπαίδευση και την αφύπνιση των μαζών. Μέσα από τις μνημειώδης τοιχογραφίες του, ο Ριβέρα συνδύασε τη μαρξιστική του ιδεολογία με την πολιτιστική κληρονομιά των αυτόχθονων πληθυσμών, μετατρέποντας τον εργάτη, τον αγρότη και τον μεταλλωρύχο στους απόλυτους ήρωες της κοινωνικής προόδου. Η τέχνη του δεν ήταν απλά διακοσμητική, αλλά λειτούργησε ως ένα ζωντανό πολιτικό μανιφέστο που κατήγγειλε την καπιταλιστική εκμετάλλευση, εκθείασε τα δικαιώματα των εργαζομένων και αποτύπωσε με ασύγκριτη δύναμη την ταξική πάλη, αποδεικνύοντας ότι η εικαστική δημιουργία μπορεί να γίνει το πιο ισχυρό όπλο κοινωνικής αλλαγής.

Εμβληματικό του έργο είναι «Ο Άνθρωπος, Ρυθμιστής του Σύμπαντος» (1934) που αποτελεί αναδημιουργία του περίφημου έργου «Ο Άνθρωπος στο Σταυροδρόμι» που καταστράφηκε στο Rockefeller Center της Νέας Υόρκης. Ο Ριβέρα συμπεριέλαβε ένα πορτρέτο του Σοβιετικού ηγέτη Βλαντιμίρ Λένιν. Όταν αρνήθηκε να το αφαιρέσει, ο Τζον Ντ. Ροκφέλερ Τζούνιορ διέταξε την καταστροφή της τοιχογραφίας. Στο «Ο Άνθρωπος, Ρυθμιστής του Σύμπαντος» υπάρχει μια ζοφερή σκηνή με στρατιώτες του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου που φορούν αντιασφυξιογόνες μάσκες, δείχνοντας πώς ο καπιταλισμός κακοποιεί την τεχνολογία για βιομηχανική μαζική σφαγή. Δες το έργο πιο κάτω: 

Man at the Crossroads (1933) by Diego Rivera

Στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, υπήρξε μια σημαντική μετατόπιση στη χρήση της τέχνης ως εργαλείου για πολιτικούς σκοπούς. Αντί να επιβάλλει κυρώσεις σε ηγέτες, η τέχνη άρχισε να χρησιμεύει ως ένα ισχυρό μέσο διαμαρτυρίας και κοινωνικού σχολιασμού. Καλλιτέχνες παγκοσμίως άρχισαν να χρησιμοποιούν τα έργα τους για να αμφισβητήσουν την εξουσία, να επιστήσουν την προσοχή σε κοινωνικά ζητήματα και να υποστηρίξουν την αλλαγή. 

Το Κίνημα για τα Πολιτικά Δικαιώματα στις Ηνωμένες Πολιτείες ενέπνευσε ισχυρά έργα τέχνης. Στόχος του ήταν η κατάργηση των φυλετικών διακρίσεων και η εξασφάλιση ίσων δικαιωμάτων για τους Αφροαμερικανούς πολίτες. Μέσα από τραγούδια, αφίσες, φωτογραφίες και λογοτεχνία που ενίσχυαν το μήνυμα της ισότητας και της δικαιοσύνης. Καλλιτέχνες και μουσικοί όπως ο Nina Simone χρησιμοποίησαν τη μουσική τους για να εκφράσουν την αντίσταση και την ανάγκη για αλλαγή, ενώ φωτογράφοι κατέγραψαν ειρηνικές διαμαρτυρίες και ιστορικά γεγονότα που συγκίνησαν την κοινή γνώμη.

Γνωστό έργο τέχνης της εποχής είναι το «Πρόβλημα με το οποίο Ζούμε Όλοι» (1964) από τον Αμερικανό εικονογράφο Norman Rockwell, το οποίο απεικονίζει τον αγώνα για φυλετική ισότητα. Ο πίνακας βασίζεται σε ένα πραγματικό γεγονός που συνέβη στη Νέα Ορλεάνη, στις 14 Νοεμβρίου 1960. Απεικονίζει τη Ruby Bridges, ένα 6χρονο Αφροαμερικανό κορίτσι, την πρώτη ημέρα που πήγε στο δημοτικό σχολείο William Frantz, το οποίο μέχρι τότε ήταν αποκλειστικά για λευκούς. Λόγω έντονων απειλών για τη ζωή της, το κορίτσι συνοδευόταν καθημερινά από τέσσερις ομοσπονδιακούς πράκτορες (U.S. Marshals). Δες το έργο πιο κάτω: 

The Problem We All Live With (1964) by Norman Rockwell

Feminist Art , Body Art, Queer Art & Street Art

Η φεμινιστική τέχνη αναπτύχθηκε έντονα από τις αρχές της δεκαετίας του 1970, τόσο στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής όσο και στην Ευρώπη. Στόχος της ήταν να αμφισβητήσει την ανδροκεντρική ιστορία της τέχνης και να δώσει ορατότητα στις γυναίκες καλλιτέχνιδες και στις εμπειρίες τους.

Ένα από τα πιο σημαντικά έργα αυτής της περιόδου είναι το The Dinner Party (1979) της Judy Chicago. Το έργο αυτό πρόκειται για μια μεγάλη εγκατάσταση που παρουσιάζει ένα συμβολικό δείπνο προς τιμήν 39 σημαντικών γυναικών από την ιστορία.  

Η Φεμινιστική Τέχνη άκμασε επίσης εκείνη την εποχή και δεν περιορίστηκε μόνο σε παραδοσιακές μορφές, αλλά χρησιμοποίησε επίσης performance, φωτογραφία και εγκαταστάσεις για να εκφράσει ζητήματα όπως η ισότητα, η ταυτότητα και τα δικαιώματα των γυναικών, επηρεάζοντας βαθιά τη σύγχρονη καλλιτεχνική σκηνή, αμφισβητώντας την ανδροκρατούμενη ιστορία της τέχνης και το πώς απεικονιζόταν η γυναίκα. 

Ιδρύθηκε το πρώτο πρόγραμμα Φεμινιστικής Τέχνης στο California Institute of the Arts (CalArts). Από αυτό προέκυψε το πρωτοποριακό έργο Womanhouse (1971-1972), όπου ένας εγκαταλελειμμένος χώρος μετατράπηκε σε δωμάτια περιβαλλοντικής τέχνης που αμφισβητούσαν τους γυναικείους ρόλους. Άλλο μνημειώδες έργο είναι το The Dinner Party (1974-1979) της Judy Chicago που αποτελεί το εμβληματικότερο ορόσημο της εποχής, επαναπροσδιορίζοντας την ταυτότητα και τη θέση της γυναίκας στην ιστορία. 

Στην Ευρώπη, η Τέχνη του Σώματος (Body Art) έγινε το απόλυτο πολιτικό εργαλείο, εστιάζοντας στην αμφισβήτηση των έμφυλων στερεοτύπων. Αναδύθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και γνώρισε τεράστια άνθιση τη δεκαετία του 1970.  Οι γυναίκες καλλιτέχνιδες διεκδίκησαν ξανά την κυριότητα του σώματός τους, αφαιρώντας το από το «ανδρικό βλέμμα» (male gaze) που το ήθελε παθητικό αντικείμενο πόθου, και το μετέτρεψαν σε ενεργό υποκείμενο έκφρασης, πόνου, αντοχής και πολιτικής κριτικής. Η Marina Abramović  από την Γιουγκοσλαβία , στη μνημειώδη περφόρμανς Rhythm (1974), στάθηκε ακίνητη για 6 ώρες σε μια γκαλερί, αφήνοντας το σώμα της απόλυτα παθητικό στη διάθεση του κοινού. Δίπλα της υπήρχαν 72 αντικείμενα (από ένα τριαντάφυλλο και φτερά, μέχρι ένα μαχαίρι και ένα γεμάτο όπλο). Το κοινό σταδιακά έγινε βίαιο, σκίζοντας τα ρούχα της και πληγώνοντάς την, αποδεικνύοντας πόσο εύκολα το ανθρώπινο σώμα αντικειμενοποιείται και γίνεται θύμα κακοποίησης όταν αφαιρεθούν οι κοινωνικοί κανόνες.

Η Queer Art, η οποία αναπτύχθηκε παράλληλα με τη Φεμινιστική Τέχνη και την Body Art κατά τη δεκαετία του 1970, είχαν ως κοινό σημείο τη χρήση του σώματος ως πεδίο πολιτικής διεκδίκησης. Μετά την εξέγερση του Stonewall το 1969 στη Νέα Υόρκη, οι ΛΟΑΤΚΙ+ καλλιτέχνες άρχισαν να χρησιμοποιούν την τέχνη για να ορατοποιήσουν την επιθυμία, την ταυτότητα, την κοινότητά τους, αλλά και για να καταγγείλουν την καταπίεση και τη βία. Ο Robert Mapplethorpe από τις Η.Π.Α., έγινε παγκοσμίως γνωστός για τις ασπρόμαυρες, εξαιρετικά στυλιζαρισμένες φωτογραφίες του. Εστίασε στο ανδρικό γυμνό, την BDSM κουλτούρα της Νέας Υόρκης και τα λουλούδια.

Πιο πρόσφατα, χρησιμοποιείται συχνά η Τέχνη του Δρόμου (street art) για να ασκηθεί κριτική στις κυβερνητικές πολιτικές, στις κοινωνικές αδικίες και στα παγκόσμια ζητήματα, συχνά με μια σατιρική χροιά.Τα κτίρια της πόλης γίνονται ο καμβάς του αναρχικού- ακτιβιστή καλλιτέχνη, συνήθως με γκράφιτι. Η Τέχνη του Δρόμου είναι είναι από τη φύση της βαθιά πολιτική, καθώς μετατρέπει τον δημόσιο χώρο σε πεδίο ελεύθερης έκφρασης, αν και καταδιώκεται από το νόμο. Ο ανώνυμος καλλιτέχνης Banksy είναι είναι αναμφισβήτητα ο πιο γνωστός καλλιτέχνης του δρόμου στον κόσμο. Παρά το γεγονός ότι η πραγματική του ταυτότητα παραμένει επτασφράγιστο μυστικό εδώ και δεκαετίες, έχει καταφέρει να γίνει ένα παγκόσμιο πολιτιστικό φαινόμενο, μετατρέποντας τη street art από underground κίνημα σε πανάκριβο έκθεμα των μεγαλύτερων οίκων δημοπρασιών.

Το γκράφιτι του Banksy με στρατιώτες εμφανίστηκε για πρώτη φορά έξω από το Κοινοβούλιο στο Λονδίνο κατά τη διάρκεια μιας αντιπολεμικής διαμαρτυρίας με επικεφαλής τον Brian Haw, έναν Άγγλο ειρηνευτικό αγωνιστή που έζησε για μια δεκαετία στο στρατόπεδο ειρήνης του Westminster. Εκείνη την εποχή, η εμπλοκή του Ηνωμένου Βασιλείου στον πόλεμο του Ιράκ το 2003 είχε έρθει στο φως και το γεγονός ότι εκατομμύρια άνθρωποι, συμπεριλαμβανομένων στρατιωτών, διαμαρτυρήθηκαν κατά της εισβολής φέρεται να αγνοήθηκε. Δες το γκράφιτι πιο κάτω: 

CND Soldiers-Wall and Piece (2006) by Banksy

Η Πολιτική Τέχνη συνεχίζει να εξελίσσεται ραγδαία, στρέφοντας πλέον το ενδιαφέρον της στην κλιματική κρίση, τα ανθρώπινα δικαιώματα, τη μετανάστευση και τον αυταρχισμό. Οι σύγχρονοι δημιουργοί χρησιμοποιούν τον δημόσιο χώρο, τις ψηφιακές πλατφόρμες και ακτιβιστικές παρεμβάσεις για να ασκήσουν άμεση κριτική στην εξουσία. 

Κλείνοντας, συμπεράνουμε πως η καλλιτεχνική δημιουργία μετατράπηκε σε κοινωνικό αγώνα, επανάσταση και σε σύγκρουση ιδεολογιών που διαμόρφωσαν τον σύγχρονο κόσμο. Οι «αναρχικοί» και ριζοσπάστες δημιουργοί ύψωσαν το ανάστημά τους και τόλμησαν να μιλήσουν ανοιχτά, πότε υπέρ της ελευθερίας και πότε ενάντια σε κάθε μορφή καταπιεστικής εξουσίας.

Καθώς είναι αδύνατο να καλύψουμε σε ένα μόνο κείμενο, την τεράστια απήχηση που έχει η πολιτική στην τέχνη, σε επόμενα άρθρα μας, θα αναφερθούμε εκτενέστερα σε άλλες ιστορικές εποχές και πολιτισμούς. 

Πηγές:

  • Anarchy and Art: From the Paris Commune till the Fall of the Berlin Wall (2007) Allan Antliff, Arsenal Pulp Press
  • Art and Politics: A Small History of Art for Social Change Since 1945 (2020), Bloomsbury Publishing
  • banskyexplained.com