Ο Έρνεστ Μίλερ Χέμινγουεϊ (1899 – 1961) ήταν Αμερικανός μυθιστοριογράφος, συγγραφέας διηγημάτων και δημοσιογράφος. Μερικά από τα 7 μυθιστορήματά του, τις 6 συλλογές διηγημάτων του και τα 2 μη μυθοπλαστικά έργα του έχουν γίνει κλασικά της αμερικανικής λογοτεχνίας. Του απονεμήθηκε το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1954.
Ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ γεννήθηκε στο Σικάγο, των Η.Π.Α, ο πατέρας του ήταν γιατρός και είχε πέντε αδέλφια. Οι στιγμές της παιδικής του ηλικίας που αποτυπώθηκαν στην γραφή του ήταν τα καλοκαίρια που πέρασε με την οικογένειά του στη λίμνη Walloon στο άνω Μίσιγκαν. Το ταλέντο του στη γραφή φάνηκε από το λύκειο. Μετά την αποφοίτησή του το 1917, δεν φοίτησε σε κολέγιο, αλλά πήγε στο Κάνσας Σίτι, όπου εργάστηκε ως δημοσιογράφος για την εφημερίδα Star.
Ο Χέμινγουεϊ απορρίφθηκε επανειλημμένα για στρατιωτική θητεία λόγω ενός ελαττώματος του ματιού του, αλλά κατάφερε να μπει στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο ως οδηγός ασθενοφόρου για τον Αμερικανικό Ερυθρό Σταυρό. Στις 8 Ιουλίου 1918, σε ηλικία όχι ακόμη 19 ετών, τραυματίστηκε στο Αυστρο-ιταλικό μέτωπο στη Φοσάλτα ντι Πιάβε. Παρασημοφορημένος για ηρωισμό και νοσηλευόμενος στο Μιλάνο, ερωτεύτηκε μια νοσοκόμα του Ερυθρού Σταυρού, την Άγκνες φον Κουρόφσκι, η οποία αρνήθηκε να τον παντρευτεί. Η Αμερικανίδα νοσοκόμα ενέπνευσε τον χαρακτήρα «Κάθριν Μπάρκλεϊ» στο μυθιστόρημα του Χέμινγουεϊ, με τίτλο «Αποχαιρετισμός στα Όπλα» το 1929.
Αφού ανάρρωνε στην πατρίδα του, για ένα διάστημα εργάστηκε σε διάφορες δουλειές στο Σικάγο και ταξίδεψε στη Γαλλία ως ξένος ανταποκριτής για την εφημερίδα Toronto Star. Το 1925 το πρώτο του σημαντικό βιβλίο, μια συλλογή διηγημάτων με τίτλο «Στην Εποχή μας», εκδόθηκε στη Νέα Υόρκη. Αρχικά είχε κυκλοφορήσει στο Παρίσι το 1924.
Το 1926 εκδόθηκε το «Ο Ήλιος Ανατέλλει Ξανά», ένα μυθιστόρημα με το οποίο σημείωσε την πρώτη του μεγάλη επιτυχία του Χέμινγουεϊ. Η πλοκή έχει να κάνει με μια ομάδα άσκοπων ομογενών στη Γαλλία και την Ισπανία – μέλη της μεταπολεμικής “Χαμένης Γενιάς”, μια φράση που ο Χέμινγουεϊ έκανε διάσημη. Αυτό το έργο τον έφερε στο προσκήνιο. Η «Χαμένη Γενιά» περιγράφει τη γενιά των Αμερικανών που ενηλικιώθηκαν κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο όρος αποδίδεται στη συγγραφέα Γερτρούδη Στάιν, αλλά έγινε παγκοσμίως διάσημος από το μυθιστόρημα του Χέμινγουεϊ.
Το 1926, κυκλοφόρησε επίσης το «Οι Χείμαρροι της Άνοιξης»”, μια παρωδία του βιβλίου “Dark Laughter” του Αμερικανού συγγραφέα Σέργουντ Άντερσον.
Η αγάπη του Χέμινγουεϊ για την Ισπανία και το πάθος του για τις ταυρομαχίες οδήγησαν στο να γράψει το «Θάνατος το απομεσήμερο » (1932), όπου καταγράφει τις τεχνικές, τις φιγούρες και την ιστορία των ταυρομαχιών (Corridas). Ομοίως, ένα σαφάρι που έκανε το 1933-34 στην περιοχή των μεγάλων θηραμάτων της Τανγκανίκα είχε ως αποτέλεσμα το έργο «Πράσινοι λόφοι της Αφρικής» (1935). Το 1937, έγραψε το μυθιστόρημα «Να έχεις και να μην έχεις», που αφηγείται την ιστορία του Χάρυ Μόργκαν, ενός καπετάνιου. Πρόκειται για μια ωμή κριτική της κοινωνικής ανισότητας κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης, που καταδεικνύει πως η ανάγκη για επιβίωση οδηγεί τους ανθρώπους σε ακραίες επιλογές.
Από την εμπειρία του στην Ισπανία εν καιρώ πολέμου και ειρήνης προέκυψε το μυθιστόρημα «Για ποιον χτυπάει η καμπάνα» (1940), ένα εντυπωσιακό έργο που ορισμένοι κριτικοί θεωρούν το καλύτερο μυθιστόρημά του. Η ιστορία διαδραματίζεται κατά τη διάρκεια τεσσάρων κρίσιμων ημερών στα τέλη της άνοιξης του 1937, στα βουνά της Σεγκόβια. Πρωταγωνιστής είναι ο Ρόμπερτ Τζόρνταν, ένας Αμερικανός εθελοντής που έχει ενταχθεί στις αντιφασιστικές δυνάμεις. Σκοπός του είναι να ανατινάξει μια στρατηγικής σημασίας γέφυρα, προκειμένου να αποτρέψει την αντεπίθεση των εθνικιστών του στρατηγού Φράνκο.
Το 1950 έγραψε το «Μια Κινητή Γιορτή», όπου περιλαμβάνει τις αναμνήσεις του Χέμινγουεϊ από την περίοδο της παραμονής του στο Παρίσι τη δεκαετία του ’20. Τότε που ήταν ένας άγνωστος δημοσιογράφος.
Νόμπελ Λογοτεχνίας 1954
Ο Έρνεστ Χεμινγουέι έζησε στην Κούβα από το 1939 μέχρι και το 1960. Στη διάρκεια αυτών των χρόνων έγραψε μερικά από τα αριστουργήματά του, όπως: Ο γέρος και η θάλασσα και Μέσα απ’ το ποτάμι και στα δένδρα.
Το 1953, έλαβε το Βραβείο Πούλιτζερ στη μυθοπλασία για το «Ο Γέρος και η Θάλασσα» (1952), ένα σύντομο ηρωικό μυθιστόρημα για έναν ηλικιωμένο Κουβανό ψαρά. Αυτό το βιβλίο, έπαιξε ρόλο στην απονομή του βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας για τον Χέμινγουεϊ το 1954. Επαινέθηκε με ενθουσιασμό όπως και στο προηγούμενο μυθιστόρημά του, «Μέσα απ’ το ποτάμι και στα δένδρα» (1950), η ιστορία ενός επαγγελματία αξιωματικού του στρατού που πεθαίνει ενώ βρίσκεται σε άδεια στη Βενετία, είχε καταδικαστεί.
Ο ίδιος συνέβαλε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο συγγραφέα του εικοστού αιώνα στην αλλαγή ύφους της αγγλοσαξονικής πεζογραφίας.
Το Νόμπελ Λογοτεχνίας του 1954 απονεμήθηκε στον Έρνεστ Μίλερ Χέμινγουεϊ «για την κυριαρχία του στην τέχνη της αφήγησης, η οποία αποδείχθηκε πιο πρόσφατα στο «Ο Γέρος και η Θάλασσα», και για την επιρροή που άσκησε στο σύγχρονο ύφος» (www.nobelprize.org).

Μέχρι το 1960 ο Χέμινγουεϊ είχε εγκαταλείψει την Κούβα και εγκαταστάθηκε στο Κέτσαμ του Άινταχο. Βασανισμένος από άγχος και κατάθλιψη, νοσηλεύτηκε δύο φορές στην κλινική Mayo στο Ρότσεστερ της Μινεσότα, όπου έλαβε ηλεκτροσόκ. To 1961 αυτοκτόνησε με ένα κυνηγετικό όπλο.
Ο Χέμινγουεϊ είχε παντρευτεί τέσσερις φορές: με την Χάντλεϊ Ρίτσαρντσον το 1921 (χώρισε το 1927), την Πολίν Φάιφερ το 1927 (χώρισε το 1940), την Μάρθα Γκέλχορν το 1940 (χώρισε το 1945) και την Μαίρη Γουέλς το 1946. Είχε αποκτήσει τρεις γιους, αν και η σχέση του μαζί τους ήταν περίπλοκη και συναισθηματικά έντονη.
Εννέα χρόνια μετά τον θάνατο του Έρνεστ Χέμινγουεϊ, δημοσιεύτηκαν για πρώτη φορά το 1970, οι νουβέλες «Νησιά της Καραϊβικής» όπου αφηγούνται την ιστορία ενός καλλιτέχνη και τυχοδιώκτη, που μοιάζει πολύ στον ίδιο τον συγγραφέα. Πηγάζουν άμεσα από τις αναμνήσεις του Χέμινγουεϊ από το νησί Μπίμινι της Καραϊβικής, την Αβάνα κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ξεκίνησε να το γράφει το 1950 και προχώρησε σημαντικά μέχρι το 1951. Το έργο, πρόχειρο αλλά φαινομενικά ολοκληρωμένο, βρέθηκε από τη Μαίρη Χέμινγουεϊ ανάμεσα σε 332 έργα που άφησε πίσω του ο Χέμινγουεϊ μετά τον θάνατό του.
Μουσεία αφιερωμένα στον Ernest Hemingway
Το σπίτι του Έρνεστ Χέμινγουεϊ στο Key West, της Φλόριντα όπου έζησε και έγραψε τα πιο διάσημα έργα του τη δεκαετία του 1930, έχει μετατραπεί σε μουσείο Ernest Hemingway Home and Museum. Περιλαμβάνει τους καταπράσινους κήπους του, την πρώτη πισίνα της περιοχής και τις περίφημες εξάποδες γάτες του, οι οποίες είναι απόγονοι της αρχικής γάτας του.
Το σπίτι του στην Αβάνα της Κούβα, μετατράπηκε στο Μουσείο Finca Vigía, λειτουργεί σήμερα ως μουσείο και διατηρείται ακριβώς όπως το άφησε, περιλαμβάνοντας το γραφείο του, τα προσωπικά του αντικείμενα και τη διάσημη ψαρόβαρκά του, “Pilar”.
Ενώ το Museo Hemingway e della Grande Guerra στην Ιταλία, πρόκειται για το μοναδικό μουσείο στην Ευρώπη αφιερωμένο στον μεγάλο συγγραφέα. Στεγάζεται στη Villa Ca’ Erizzo Luca, όπου ο Χέμινγουέϊ έζησε το 1918 ως εθελοντής οδηγός ασθενοφόρου στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Δες τη βιβλιογραφία του Έρνεστ Χέμινγουεϊ από την επίσημη ιστοσελίδα του: ernesthemingwayofficial.com