Το Χωριό με τους Πέντε Κατοίκους και οι Εκλογές Κάποτε – Σατιρική Ιστορία για τις Εκλογές στην Κύπρο
Κάπου στα βουνά της Κύπρου, υπήρχε ένα μικρό χωριό. Τόσο μικρό, που είχε μόνο πέντε κατοίκους. Δυο σπίτια στη μια πλαγιά, δυο στην άλλη και ένα καφενείο στη μέση που άνοιγε μόνο τις Κυριακές και στις κηδείες. Κι όμως, παρά το μέγεθός του, το χωριό είχε όλα όσα έχουν και τα μεγάλα μέρη: φιλοδοξίες, εγωισμούς, πείσματα και παλιές έχθρες που κανείς δεν θυμόταν πώς ξεκίνησαν.
Όταν ήρθαν οι εκλογές για κοινοτάρχη, οι τρεις από τους πέντε κατοίκους έβαλαν υποψηφιότητα. Ο Αντρέας, γιατί πίστευε πως μόνο αυτός αγαπούσε πραγματικά το χωριό. Ο Μιχαλάκης, γιατί θεωρούσε τον Αντρέα άχρηστο. Και ο Σωτήρης, επειδή δεν άντεχε ούτε τον έναν ούτε τον άλλον. Οι άλλοι δύο κάτοικοι ήταν οι γυναίκες του Αντρέα και του Μιχαλάκη. Ψήφισαν φυσικά τους άντρες τους, ενώ ο Σωτήρης ψήφισε τον εαυτό του. Το αποτέλεσμα; Ισοπαλία. Ένας ψήφος ο καθένας.
Ξαναψήφισαν. Το ίδιο. Ξαναψήφισαν. Πάλι το ίδιο. Στο τέλος, κάλεσαν τον παπά από το διπλανό χωριό κι έριξαν κλήρο, όπως έκαναν οι παλιοί όταν δεν μπορούσαν να συνεννοηθούν ούτε για τον καιρό. Ο κλήρος έβγαλε τον Σωτήρη. Ο νέος κοινοτάρχης φούσκωσε από περηφάνια. Άρχισε να μιλά για «νέα εποχή», για «έργα», για «ανάπτυξη». Υποσχέθηκε να φτιάξει τον δρόμο, να καθαρίσει το αυλάκι και να ξανανοίξει το παλιό δημοτικό. Μα οι δυο χαμένοι άφησαν στην άκρη τις διαφορές τους. Εκεί που για χρόνια δεν αντάλλασσαν ούτε καλημέρα, τώρα έγιναν σύμμαχοι. Όχι για το καλό του χωριού· για να φύγει ο άλλος.
Ένα βράδυ, κάλεσαν τον κοινοτάρχη να δει —τάχα— μια ζημιά στο νερόμυλο. Στον σκοτεινό δρόμο, δίπλα από το αυλάκι που κανείς δεν είχε ποτέ φτιάξει, τον έσπρωξαν. Ο Σωτήρης έπεσε μέσα. Το νερό ήταν λίγο, αλλά το μίσος βαθύ. Και έτσι το χωριό έμεινε πάλι χωρίς κοινοτάρχη.
Έγιναν ξανά εκλογές. Μα στο μεταξύ, ο Αντρέας —που ήταν χήρος πλέον ο Σωτήρης— παντρεύτηκε τη γυναίκα του νεκρού κοινοτάρχη. Άλλοι είπαν από έρωτα, άλλοι από στρατηγική. Στα χωριά ποτέ δεν μαθαίνεις την αλήθεια. Στις νέες εκλογές, οι ψήφοι ξαναμοιράστηκαν στα δύο. Δυο από εδώ. Δυο από εκεί. Ούτε τώρα υπήρχε πλειοψηφία. Έριξαν πάλι κλήρο. Κι ο κλήρος έβγαλε τον Αντρέα.
Ο Μιχαλάκης δεν μίλησε. Χαμογέλασε μόνο εκείνο το χαμόγελο που προμηνύει συμφορά. Αποφάσισε να στήσει καρτέρι στον δρόμο. Θα τελείωνε κι αυτόν τον κοινοτάρχη, όπως είχαν τελειώσει τον προηγούμενο. Μόνο που το χωριό είχε ήδη αρχίσει να πεθαίνει. Ο δρόμος ήταν παρατημένος. Το βουνό ασυντήρητο. Τα αυλάκια βουλωμένα. Κανείς δεν συμφωνούσε ποτέ με κανέναν για τίποτα. Κάθε πρόταση γινόταν καβγάς. Κάθε απόφαση προσωπική βεντέτα. Κι εκείνο το βράδυ, καθώς ο ένας περίμενε να σκοτώσει τον άλλον, το βουνό αποφάσισε πρώτο. Η κατολίσθηση τούς πλάκωσε και τους δυο. Τους βρήκαν μέρες μετά, θαμμένους κάτω από πέτρες και χώματα, στον ίδιο δρόμο που κανείς δεν συμφώνησε ποτέ να φτιάξει.
Οι γυναίκες έφυγαν από το χωριό λίγο καιρό αργότερα. Η μία πήγε στη Λευκωσία, η άλλη στα παιδιά της στην Αγγλία. Κανείς δεν ξαναγύρισε. Το χωριό ερήμωσε. Τα σπίτια γκρεμίστηκαν, το καφενείο έκλεισε, τα χόρτα σκέπασαν την πλατεία και οι λεμονιές ξεράθηκαν από την αδιαφορία. Σήμερα, όσοι περνούν από εκεί λένε πως ακούγονται ακόμα φωνές τα βράδια. Άλλοι λένε πως είναι ο αέρας. Κάποιοι πάλι λένε πως σύντομα θα το αγοράσει κάποιος ξένος επενδυτής για «authentic mountain experience».
Γιατί στην Κύπρο, όταν δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε ποιος θα κυβερνήσει έναν τόπο, στο τέλος τον χάνουμε όλοι μαζί.