Κάποτε πίστευα πως ό,τι δεν εξηγείται, χάνεται. Πως ό,τι δεν αποδεικνύεται, αμφισβητείται. Μεγάλωσα μέσα σε δωμάτια όπου οι άνθρωποι ζητούσαν λόγους για τα πάντα, για τις σιωπές, για τις επιθυμίες, για τις αλλαγές της καρδιάς. Κι εγώ, σαν επιμελής μαθήτρια της εποχής μου, έδινα λόγους. Έδινα και ξανάδινα, μέχρι που οι λέξεις άρχισαν να φθείρονται στα χέρια μου.
Μα έρχεται μια στιγμή — δεν ξέρω αν τη φέρνει η ωριμότητα ή η κούραση — όπου η ανάγκη για εξήγηση μοιάζει ξαφνικά μικρή. Στενή. Σαν ρούχο που δεν μου κάνει πια.
Τότε το κατάλαβα. Δεν αποδεικνύω. Δεν εξηγώ. Επιλέγω.
Επιλέγω να μην σπαταλώ τη ζωή μου σε απολογίες. Να μην ξεδιπλώνω την ψυχή μου σαν χαρτί προς επιθεώρηση. Η αξία μου δεν είναι λογιστικό υπόλοιπο, ούτε η πορεία μου χρειάζεται μάρτυρες.
Επιλέγω να αφήνω τις πράξεις μου να μιλούν στη δική τους γλώσσα, μια γλώσσα που δεν μεταφράζεται πάντα, αλλά γίνεται αισθητή. Όπως το φως που περνά από τις γρίλιες: δεν χρειάζεται εξήγηση για να σε ζεστάνει.
Επιλέγω να μην εξηγώ τις σιωπές μου. Οι σιωπές μου είναι τοπίο, όχι απολογία. Είναι ο τρόπος που ανασαίνει η ψυχή όταν κουράζεται από τον θόρυβο των άλλων.
Και πάνω απ’ όλα, επιλέγω τον δρόμο μου. Όχι τον πιο εύκολο, ούτε τον πιο κατανοητό. Τον δικό μου. Αυτόν που ανοίγεται μπροστά μου σαν μονοπάτι που δεν ζητάει τίποτα, μόνο να το περπατήσω.
Γιατί στο τέλος, η επιλογή είναι η πιο καθαρή μορφή ελευθερίας. Και η ελευθερία δεν χρειάζεται αποδείξεις. Μόνο βήματα.