Η πόλη έλαμπε σαν ποτάμι από φώτα· οι βιτρίνες έσταζαν χρυσά στολίδια, κι οι δρόμοι βούιζαν από βιασύνη. Μα στην άκρη, δίπλα στο παλιό σιντριβάνι, ένας γέροντας κρατούσε ένα κερί. Μικρό, ταπεινό, κι όμως η φλόγα του έμοιαζε να αντιστέκεται σε όλη την παγωνιά του κόσμου.

Η Άννα, φορτωμένη σακούλες, κοντοστάθηκε. Το βλέμμα του γέροντα δεν ζητούσε, δεν κατηγορούσε· μόνο φώτιζε.

«Γιατί κάθεστε εδώ;» ψιθύρισε.

«Για να θυμάμαι», αποκρίθηκε εκείνος, «πως το φως δεν είναι στα λαμπιόνια, αλλά στην καρδιά. Αν το σβήσει η αδιαφορία, τότε ούτε τα Χριστούγεννα έχουν νόημα.»

Η Άννα ένιωσε τις λέξεις να στάζουν μέσα της σαν σταγόνες χιονιού που λιώνουν. Όλα τα δώρα που κρατούσε φάνηκαν ξαφνικά άδεια, σαν κουτιά χωρίς ψυχή. Έσκυψε και του πρόσφερε ένα κουλούρι· κι εκείνος το πήρε σαν να του χάριζε ολόκληρο κόσμο. Η φλόγα του κεριού τρεμόπαιξε, μα δεν έσβησε· αντίθετα, φάνηκε να δυναμώνει.

Το ίδιο βράδυ, στο σπίτι, η Άννα άναψε κι εκείνη ένα κερί. Δεν ήταν στολίδι· ήταν μνήμη. Μνήμη πως τα Χριστούγεννα δεν είναι η λάμψη των δρόμων, αλλά η σιωπηλή φλόγα που μας καλεί να μοιραστούμε, να συγχωρήσουμε, να αγαπήσουμε.

Κι έτσι, μέσα στη βοή των γιορτών, η Άννα κατάλαβε: το αληθινό θαύμα δεν είναι να φωτίζεται η πόλη· είναι να μη σβήσει ποτέ το φως μέσα μας.